Δευτέρα, 30 Ιανουαρίου 2017

Τρέχα ταχείς και ούκ οράς σοι είς τα ωπίσω…

%ce%b1%ce%b9%ce%b3%ce%b1%ce%b9%ce%bf%ce%b3%ce%bb%ce%b1%cf%81%ce%bf%cf%83του Μοναχού Θεολόγου.
Επί της πρώτης μου επισκέψεως είς το Αγιώνυμων Όρος το μηνή Ιουνίω του σωτήριου έτους ,βζ’ (2007), και με λογισμόν την δοκιμασίαν μου εις τω Μοναχικόν βίον, εν τη Σεβάσμιαν Ιεράν Μονήν Μεγίστης Λαύρας, εφιλοξενούμοιν επί των τουριστικών δωματίων εις ανατολικήν κόρδαν (πτέρυγα).  Διαμένων εκείθεν επί τεσσαρακοστοημέρου παραμονής, ελθών αντιμέτωπος με τον μισόκαλον εν μία νυκτή με τας αίσθησης μου ουχί υπνωμένες, και με αποκλεισμό των γεγονότων  να προήλθαν κατ’ όναρ των όσων εβίωσα …
***
         Εν ταις πρώτες ώρες βραδινήν 1ην  και 2αν από δυσμάς ηλίου, και κάνοντας ανάγνωσην εις το Ψαλτήριον, ευωδία ανάμικτη, οικεία στο λογισμό μου, οσμή παραισθησιογόνων σκευασμάτων και κάρβουνα που καίουν και ψήνουν κρέας. Ήρχησα να ψάχνω κάτωθεν του κελίου μου εκ του παραθύρου, όσφρηζωντας την ατμόσφαιρα που ανέδιδεν χημεία και τσίκνα… Δεν αντελήφθην κάτι και είπα μοι ότι πειρασμικόν τέχνασμα εστί.
Μεσονυκτίω και περί ώρας 5ην βραδινήν (β.ω), ενώσων υπνώττει, αισθάνθην γέλωντας δυνατούς είς το κελίον μου και παρουσίαν κάποιας απροσδιόριστης υπάρξεως. Τοσούτων ετρόμαξα, ήτις άνοιξα τα όμματα μου και έντρομος ήρχησεν η κλίνην μου να τρανδάζεται και να χτυπάει με δύναμην χαμέ. Εγώ δε, βαστάζων με τας χείρας μου την στρόμνην μου εκρανδαζόμουν και ιδρώς πολλά με είχε περιλούσει. Οι δε γέλωντες βροντεροί και συνοδευόμενοι με χειροκροτασίες… επροσπάθησα να εκφωνήσω το ‘’Πάτερ ημών’’ αλλά εκείνη τη στιγμή ωσάν να το είχα λησμονήσει, μετά μεγάλης προσπάθειας να θυμηθώ το Σύμβολον της Πίστεως, αλλά και ούτω ήτο αδύνατον.  …  Κατάκοπος ημπόρεσα να είπω: ‘’Κύριε, ελέησον με…’’.
Η κραδασμοί της κλίνης μου εκόπασαν ευθύς, οι γέλωντες και οι χειροκροτασίες κι αυτές σε αδράνεια. Τότε τα δάκτυλα μου αφήκαν την στρόμνην μου η οποία ήτο διαπότιση  υπό σφοδρού ιδρώτα. Εγύρισα  ύπτια, προς στιγμήν τα δάκτυλα της δεξιάς μου ενώθηκαν, ο αντίχειρ μετά των μέσω και τον δίκτην, έτοιμος να ποιήσω το σημείον του Σταυρού… Μία χείρ, σκληροτράχηλην και ρυπαρή με σταμάτησεν και κάτι εμάγκωσε τους πούς μου και ησθηνόμην μουδιασμένα τα άκρα μου. Παρ΄ ευθύς  χείρες απαλές ως γύναια να εβρίσκονται πλησίον μου, ένιωσα να χαριεντίζουν το σώμα μου και δει την φύσην μου.  Ανασαιμιές οργασμού και ηδονής, στα χείλι  μου άλλο χείλος και ιδρώτας εστάλαζε εις τον τράχηλόν μου. Το δε ρίγος της ηδονής με είχεν κατακυριεύσει και επιθυμούσα να μην λάβει τέλος, και πολλά ερεθισμένος ως ήμην, έφθασα εις ρεύσην. Τα πάντα σώπασαν, ακροάζομαι το παράθυρον να χτυπά και δυνατός αήρ έκανεν την θάλασσα στο Μανδράκι (τοποθεσία του αρσανά της Μονής) να αγκομαχάτε.
Ηκολούθησεν μίαν σωματικήν καταληψίαν, ανήμπορος να μετακινηθώ, ή, και να αναστηθώ.  Σε τούτω το διάστημα, όλα όσα εβίωσα περιπλέκονταν στο νούν και τη συνείδησην μου.
Τρομοκρατημένος και με λογισμούς ντροπής ώς άλλος Αδάμ, έμεινα το υπόλοιπο αναστάς της κλίνης μου  και εν αναμονή της ακολουθίας του μεσονυκτικού, του όρθρου και της Θείας λειτουργίας. Καθηλωμένος είς το κελίον μου, εισέβαλε στα εντός μου ο όφις και ως φωνήν μέσα μου έλεγεν: ‘’Τι επιζητάς σε ετούτην την ερημίαν; Δια ποίων λόγον εβρίσκεσαι εδώ; Νύν εβρισκόμενος είς τον τόπο σου, θα είχες ότι επιζητά η καρδίαν σου. Δίχως δισταγμούς, άνευ εντροπής. Στη νήσω σου σε αναμένουν οικείοι σου, τρέχα να τους ανταμώσεις και άσε τους καλόγηρους να ποιήσουν τη ζωή των κι εσύ να ποιήσεις όλα όσα σε ευχαριστούν. Υπόσχομαι εις σε, ο τι επιθυμάς θα το έβρεις είς πολλαπλάσιον.  Αι κραιπάλες, τα αργύρια  και η καλοζωία σε αναμένουν, τρέχα ταχείς και ούκ οράς σοι είς τα ωπίσω’’. Και ταραγμένος, και ντροπιασθείς και με αισθήματα φυγής συν τους λογισμούς της κοσμικής ζωής, εγκαταβίωσεν ένα θηρίον εντός εις τα σπλάχνα μου και μιαν  κραυγήν επαναλαμβανόμενη εξερχόταν από εντός μου βουβή …     2017-01-30_193658
Νύξ ών, η ώρα 7η από δυσμάς ηλίου. Είς το μεσονυκτικόν εντός της Λυτής, η επιθυμίαν μου ήτω σφόδρα δια να καπνίσω έν σιγαρέτο (δεδομένου, ότι το κάπνισμα το είχων σταματήσει πρώ τεσσαρακοστοημέρου). Εξήλθα του ναού ως λυσσαλέος δια το πάθος τούτο. Ταχέως επήγα εις την κέλλα μου, στης αποσκευές μου είχα εν πακέτον από καπνόν, είχα προβλέψει να έχω μαζί μου αυτά, ίσος και κάποτε να τα εχρειαζόμουν.  Όταν δε επέστρεφα είς τον ναό η επιθυμίαν μου να καπνίσω  με έκανε ξανά να εξέλθω δια των του πάθους μου καταλάγιασμα. Ο πειρασμός με απωθούσε τα μάλα της παρουσίας μου από του καθολικού της μονής.
Εξουθενωμένος δε και απελπισμένος, σκεφτόμενος τα των γεγονότων την επί της νυχτερινής μου εμπειρίας, και ντροπιασθείς τωόντι, έμεινα να λογίζομαι την γενέτειρα ημών, τα πρόσωπα, τα πάθη και της κοσμικές μου συνήθειες.
Θλίψη και πόνος με κατέβαλε. Η απουσία των οικείων μου εντός μου μεγάλωνε ως σκώληξ και μοι κατέτρωε τα σωθικά.
Τοσούτων επολεμήθειν εκ του πειρασμού, ήτις στο πρώτο φέγγος της ημέρας,  ετοίμασα τας αποσκευάς μου διά την αναχώρησην μου εκ του Ιερού τούτου βράχου. Ντροπιασθείς δε με τας σαρκικάς μου  αμαρτίας και ηττημένος υπό του πολέμου μετά του διαβόλου, ανεχώρησα από τον αρσανάν της Λαύρας.
Αναχωρήσας εκ της Μονής, ούκ ανέφερα το τι εις στον Άγιον Καθηγούμενον της αυτής.
Επέστρεψα είς την γενέτειραν υμήν, είς το νησί της Πάτμου. Διαμένων εις την πατρικήν οικίαν μου.
Ο καιρός περνούσε βασανιστικά και μέγα θλίψη και μετάνοια με κατείχε… αφενός μέν δια την φυγήν μου υπό του Αγιώνυμου Όρους και αφετέρου διότι αί υποσχέσεις των ως άνω ούκ εκπληρώθησαν.
Επέρασεν καιρός και ο λογισμός δε με άφηνε να γαληνέψω. Η παρουσία μου εις τον οίκω του Θεού και στα πνευματικά, ήτοι εξομολόγησης, Θείαν μετάληψην, κανόνας κ.τ.λπ. μου έφερναν ζάλην και ταραχή. Το αυτό και στα κοσμικά. Τω καιρώ εκείνω οι αισθήσεις μου ήτο σκοτεινές, καταδυόμουν είς γέεννα πυρός. Ήτο ως να εβρισκόμουν εις την κόλασην. Ταραχήν και θλίψην επικρατούσε. Τα ένδω  μου αλγούσαν. Ικανοποίησην δεν έβρισκα αλαχούθεν.
Μίαν ημέραν, ως ήμουν ράκος από την ψυχικήν μου κακουχία, φωνήν δυνατήν ως βροντή στω Θεώ έκραξα, φωνήν απελπισίας και μετανοίας λεγούσεις »Αν Μονογενή Κύριε και Ιησού μου, η γέεναν ούτο έστην, φρόνιμο θα ήτο να σώσω την ψυχήν μου. Αλλά παρακαλώ Σε Ύψιστε Κύριε,  ουκ αφήκεις με τον αμαρτωλόν εις μέσων του ωκεανού  να αιωρούμαι, άφηκέ  με όπως ΜΟΝΟΝ Εσύ γινώσκεις. Είτε στο τάγμα των αγγέλων, είτε στην κοσμικήν ζωήν με μίαν καλήν σύντροφο. Ούκ αφήκεις με Κύριε! είς χείρας Σου ανατίθεμαι >.
2017-01-30_193615Τέσσερες μήνες προσπελάσθησαν. Δίχως να καταλάβω πώς τω μηνί Δεκεμβρίω επέστρεψα στον Άγιο ούτω βράχο του Άθω. Ήτο ημέρα Πέμπτη, τη 7η του αυτού μηνός και μνήμη του Αγίου Πατρός ημών Αμβροσίου επισκόπου Μεδιολάνων, είχε χιόνιν πολύ και με την βοήθειαν του Σωτήρος μας Ιησού Χριστού, τη αυτή ημέρα έβαλα μετάνοιαν και κατετάγειν είς τω μοναχολόγιον  της Μονής Μεγίστης Λαύρας του Οσίου Αθανασίου του εν Άθω.  

πηγή

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

H Παναγία να προστατεύει όλα τά παιδιά της , και ιδιαίτερα αυτούς που ασκούν την εγκράτεια είτε στον κόσμο είτε στον μοναχισμό Ο αρχέκακος όφις υφέρπει ,καιροφυλακτεί να θολώσει τό μυαλό του ανθρώπου , ύπουλα και στό απρόοπτο να τον τσιμπήσει εκεί που δέν το περιμένει Πολύ γλοιώδες και σιχαμερό σηκώνει υπερήφανα το κεφάλι του ,βγάζει έξω την γλώσσα του , λές και τό βλέπω ....Απορώ πώς οι άγιοι αγαπούσαν τά φίδια , μου φαίνεται αδιανόητο ... Κύριε Ιησου Χριστέ ελέησόν με , Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με , Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με , άς προσευχόμαστε για τον εαυτό μας και για τά αδέλφια μας ,τους συνανθρώπους μας Μόνο η αγάπη ,η καθαρή αγάπη και η ταπείνωση εξουδετερώνουν το φαρμάκι του !