Δευτέρα, 28 Δεκεμβρίου 2015

ΣΧΟΛΙΑ ΣΕ ΜΙΑ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΤΡΑΓΩΔΙΑ

 
Ἀδιακρισίες στήν ποιμαντική καί τήν ἄσκηση:
 Περί καθαρότητος ψυχῆς καί σώματος

[8β ΜΕΡΟΣ]

  τοῦ π. Θωμᾶ Βαμβίνη
   να ἄλλο θέμα πού θίγει ὁ π.Ἰ.Δ. μέ νοοτροπία καθαρά ἠθικιστική εἶναι ἡ «καθαρότητα ψυχῆς καί σώματος» τῶν ἐγγάμων, ἡ ὁποία θεωρεῖ ὅτι στἠν διδασκαλία τοῦ Γέροντος Σωφρονίου γι’ αὐτούς πού «θέλουν νά συνδυάσουν τήν ἔγγαμη ζωή μέ τήν γλυκύτητα τῆς προσευχῆς, ὅπως τήν ζοῦν οἱ ἀσκητές», τίθεται ἐν ἀμφιβόλῳ. Γράφει:
«Ὁ Ναυπάκτου πλαγίως θέτει ἐν ἀμφιβόλῳ τήν “καθαρότητα ψυχῆς καί σώματος” τῶν ἐγγάμων. “Ἡ νοερά προσευχή θέλει καθαρότητα ψυχῆς καί σώματος”, κάτι τό ὁποῖο δέν συνδυάζεται μέ τήν “ἔγγαμη ζωή”, ὡς ἔχει διατυπωθῆ εἰς τό ὡς ἄνω κείμενον. Δέν ἀνέγνωσεν ὁ Δεσπότης ὅτι “Τίμιος ὁ γάμος ἐν πᾶσι καί ἡ κοίτη ἀμίαντος” (Ἐβρ. ιγ΄,4), ὅταν ἡ κοίτη τοῦ γάμου φυλάσσεται καθαρά ἀπό τόν μολυσμόν παντός εἴδους;»[1].
Εἶναι χαρακτηριστική ἡ ἐμμονή τοῦ π.Ἰ.Δ. νά ἀποδίδη στόν Μητροπολίτη Ναυπάκτου τίς διδασκαλίες τοῦ Γέροντος Σωφρονίου, οἱ ὁποῖες εἶναι καταγεγραμμένες στό βιβλίο: «Οἶδα ἄνθρωπον ἐν Χριστῷ». Αὐτό γιά τόν Σεβ. Ἱερόθεο εἶναι τιμητικότατο, ἀλλά ὁ π.Ἰ.Δ. δέν τό κάνει γιά νά τιμήση τόν Μητροπολίτη. Ἀντίθετα μάλιστα, ἐπειδή δέν κατανοεῖ τήν ὀρθοδοξία καί τήν ποιμαντική πείρα πού ἐκφράζουν οἱ διδασκαλίες αὐτές, ἀποδίδει αὐθαίρετα τήν πατρότητά τους στόν Μητροπολίτη Ναυπάκτου, προκειμένου, ὅπως νομίζει, νά τόν πλήξη πιό καίρια στίς εὐπρόσβλητες συνειδήσεις ὅσων ἀκοῦνε εὐπειθῶς τίς κριτικές του.
Στόν σχολιασμό του ὁ π.Ἰ.Δ. γιά τό προκείμενο θέμα ἀναγκάζεται νά γράψη ὅτι «ὁ Ναυπάκτου πλαγίως θέτει ἐν ἀμφιβόλῳ τήν “καθαρότητα ψυχῆς καί σώματος” τῶν ἐγγάμων». Ἔγραψε τό «πλαγίως» γιά νά περιφρουρήση κάπως τήν ἀξιοπιστία τῆς κριτικῆς του, γιατί πουθενά δέν τίθεται ἐν ἀμφιβόλῳ ἡ «“καθαρότητα ψυχῆς καί σώματος” τῶν ἐγγάμων», ὅπως –ἠθικιστικά–  ἐννοεῖ τήν καθαρότητα ὁ π.Ἰ.Δ.. Αὐτό πού τονίζεται εἶναι οἱ πολλές προϋποθέσεις πού ἔχει ἡ ἄσκηση τῆς νοερᾶς προσευχῆς. Ὄχι μόνο γιά τούς ἐγγάμους, ἀλλά καί γιά τούς ἀγάμους.
Ἡ «καθαρότητα ψυχῆς καί σώματος» στήν ὁποία ἀναφέρεται ὁ Γέροντας Σωφρόνιος δέν ἔχει στενό ἠθικό χαρακτήρα, δέν περιορίζεται στούς ἐμπαθεῖς λογισμούς καί τίς πράξεις, δέν σχετίζεται μόνο μέ τήν ἁμαρτία, ἀλλά ἀναφέρεται στήν ἐλευθερία ἀπό κάθε ὑλικό καί νοητό δεσμό, ἔστω καί νόμιμο, ἔστω καί ἀναμάρτητο, ὅπως εἶναι ἡ σχέση τοῦ ἀνδρογύνου, ἀλλά ἀκόμη καί κάποιες ἐκκλησιαστικές δραστηριότητες ἀναγκαῖες γιά τήν λειτουργία τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος. Ὅταν ὁ νοῦς προσεύχεται «ἀρεμβάστως», τότε ἀκαθαρσία λογίζεται κάθε τι πού εἶναι ἔξω ἀπό τόν Θεό καί ἑλκύει τήν προσοχή τοῦ νοῦ, ὄχι μόνο τά ὑλικά πράγματα, ἀλλά καί τά ψιλά, δηλαδή τά ἀπαθῆ νοήματά τους. Γι’ αὐτό ὁ ἅγιος Μάξιμος λέει:
«Καί τά ψιλά τῶν ἀνθρωπίνων πραγμάτων νοήματα καί πάντων τῶν γεγονότων θεωρήματα, ἀπόβαλε τοῦ νοός ἐν τῷ καιρῷ τῆς προσευχῆς· ἵνα μή τά ἥττονα φανταζόμενος, τοῦ πάντων τῶν ὄντων ἀσυγκρίτως κρείττονος ἐκπέσῃς»[2].
«Τήν ἄμεσον λαβών ἕνωσιν πρός τόν Θεόν ὁ νοῦς, τήν τοῦ νοεῖν καί νοεῖσθαι παντελῶς δύναμιν ἔχει σχολάζουσαν· ὁπηνίκα γοῦν ταύτην λύσῃ, νοήσας τί τῶν μετά Θεόν, διεκρίθη, τεμών τήν ὑπέρ νόησιν ἕνωσιν...»[3].
Στήν ἀσυμβατότητα μάλιστα κάποιων ἐκκλησιαστικῶν δραστηριοτήτων μέ τήν ἐσωτερική προσευχή ἀναφέρεται μιά ἐπιστολή τοῦ Γέροντος Σωφρονίου πρός τόν Μητροπολίτη Ναυπάκτου, χαρακτηριστικό ἀπόσπασμα τῆς ὁποίας σχολιάζει, ἀνεξάρτητα ἀπό τό θέμα τῆς «καθαρότητος ψυχῆς καί σώματος», ὁ π.Ἰ.Δ.. Βέβαια στόν σχολιασμό του –αὐτοπροβαλλόμενος ὁ π.Ἰ.Δ. ὡς ἔμπειρος γνώστης τῆς ἐσωτερικῆς ζωῆς– ἀντί νά ὀσφρανθῆ τίς ἀπαιτήσεις πού ἔχει ἡ ἄσκηση τῆς ἐσωτερικῆς προσευχῆς, ἀποφαίνεται ὅτι τό συγκεκριμένο ἀπόσπασμα περιλαμβάνει μιά ἀκόμη «ἐκ τῶν πλανῶν τοῦ π. Σωφρονίου, τάς ὁποίας ὁ Ναυπάκτου υἱοθετεῖ, θαυμάζει καί προβάλλει»[4]. Γράφει λοιπόν μεταξύ ἄλλων ὁ Γέροντας Σωφρόνιος στό σημαντικό, ἄν καί ἀρκετά περικεκομμένο ἀπ’ τόν π.Ἰ.Δ., ἀπόσπασμα τῆς ἐπιστολῆς του:
«Δέν συμβιβάζεται ἡ ἐσωτερική προσευχή μέ τήν ἐν κόσμῳ δρᾶσιν, ὁσονδήποτε καί ἄν εἶναι αὐτή ὠφέλιμος. Ἕνεκα τούτου δέν ἔρχεται ἔμπνευσις διά τά κηρύγματα»[5].
Στό ἀσυμβίβαστο τῆς ἐσωτερικῆς προσευχῆς μέ τήν δράση στόν κόσμο θά ἀναφερθοῦμε παρακάτω. Στό σημεῖο αὐτό θέλουμε νά ὑπογραμμίσουμε τό εὐρύ περιεχόμενο πού ἔχει ὁ λόγος τοῦ Γέροντος Σωφρονίου περί «καθαρότητος ψυχῆς καί σώματος» σέ σχέση μέ τήν νοερά προσευχή. Δέν ἔχει σχέση μόνον μέ τόν «τίμιον Γάμον» καί τήν «ἀμίαντον κοίτην», οὔτε μόνον μέ ἐμπαθεῖς πράξεις καί νοήματα, ἀλλά μέ κάθε τι πού μπορεῖ νά «λύσῃ» τήν «ἄμεσον ἕνωσιν» τοῦ νοῦ «πρός τόν Θεόν», μέ κάθε τι ἀπό τά τίμια καί καθαρά, ἀλλά «ἥττονα» τοῦ Θεοῦ, τά ὁποῖα «φανταζόμενος» ὁ νοῦς, «τοῦ πάντων τῶν ὄντων ἀσυγκρίτως κρείττονος» ἐκπίπτει.
Πρός ἐπίρρωση ὅλων τῶν παραπάνω, ἀλλά πρό παντός γιά νά δειχθῆ ἡ τιμή μέ τήν ὁποία περιβάλλει τόν «τίμιον γάμον» ὁ Γέροντας Σωφρόνιος θά ἀναφερθοῦμε σέ μιάν ἄλλη κατηγορία πού ἐκτοξεύει ὁ π.Ἰ.Δ. ἐναντίον τῆς ποιμαντικῆς διακρίσεως καί εὐαισθησίας τοῦ μακαριστοῦ Γέροντος. Ἀποσπᾶ λοιπόν ἀπό τό βιβλίο: «Οἶδα ἄνθρωπον ἐν Χριστῷ» τήν ἀκόλουθη συμβουλή του:
 «Συνήθως δέν πρέπει νά μιλᾶμε σέ ἐγγάμους ἀνθρώπους γιά τήν ἀξία τοῦ Μοναχισμοῦ, γιατί μπερδεύονται καί δέν ἐκτιμοῦν τόν γάμο»[6].
Μέριμνα τοῦ Γέροντος Σωφρονίου ἦταν οἱ ἔγγαμοι νά «ἐκτιμοῦν τόν γάμο» τους. Νά μή μπερδεύονται ἀκούοντας λόγους γιά τήν ἀξία τοῦ Μοναχισμοῦ καί χάνουν τό ἐνδιαφέρον τους γιά τήν ζωή πού ἐπέλεξαν. Αὐτή ἡ μέριμνα τοῦ Γέροντος Σωφρονίου δέν μπορεῖ νά συμβιβασθῆ μέ τήν μομφή πού τοῦ ἀποδίδει ὁ π.Ἰ.Δ., ὅτι θέτει ἐν ἀμφιβόλῳ τήν καθαρότητα ψυχῆς καί σώματος τῶν ἐγγάμων. Ἄν ὁ π.Ἰ.Δ. ἔβαζε καί τήν συνέχεια αὐτῆς τῆς συμβουλῆς, τότε θά φαινόταν ἀκόμη καθαρότερα αὐτή ἡ ἀλήθεια. Διότι στήν συνέχεια ὁ π. Σωφρόνιος συμβουλεύει:
«Νά τούς διδάσκουμε [τούς ἐγγάμους] ὅτι ὁ γάμος εἶναι ὁδός σωτηρίας, ὅταν ζῆ κανείς σύμφωνα μέ τό Εὐαγγέλιο»[7].
Θεωρεῖ τόν Γάμο ὁδό σωτηρίας, «ὅταν ζῆ κανείς σύμφωνα μέ τό Εὐαγγέλιο», πράγμα πού σημαίνει ὅτι θεωρεῖ δυνατή τήν ἐφαρμογή τοῦ Εὐαγγελίου μέσα στόν Γάμο. Κι’ ἐπειδή τό Εὐαγγέλιο δέν διδάσκει «ἀκάθαρτο βίο», γι’ αὐτό  δέν μπορεῖ νά κολλήση ἐπάνω στόν Γέροντα Σωφρόνιο ἡ μομφή ὅτι θέτει ἐν ἀμφιβόλῳ τήν καθαρότητα ψυχῆς καί σώματος τῶν ἐγγάμων.
Βέβαια, πρέπει νά ποῦμε ὅτι ἀκάθαρτη ψυχή καί σῶμα μπορεῖ νά ἔχη κανείς εἴτε εἶναι ἔγγαμος εἴτε ἄγαμος, εἴτε ζῆ μέσα στόν κόσμο, εἴτε ζῆ κλεισμένος σέ Μοναστήρι. Τό εὐαγγελικό περιεχόμενο τῆς ζωῆς καί ὄχι τό ἐξωτερικό σχῆμα ὁρίζει τήν καθαρότητα ψυχῆς καί σώματος.
Κι ἀκόμη, οἱ εἰλικρινῶς μετανοοῦντες ποτέ δέν ἐπιτρέπουν στόν ἑαυτό τους νά καυχηθῆ γιά καθαρότητα, ὅποια καί ἄν εἶναι ἡ ἐξωτερική μορφή τῆς ζωῆς τους. Οὔτε προπαντός ἀπαιτοῦν τήν ἀναγνώρισή της ἀπό τούς ἄλλους, σάν νά ἦταν συνδικαλιστικό κεκτημένο.
Πρέπει ὅμως δι’ ὀλίγων νά δοῦμε πῶς σχολιάζει αὐτήν τήν διακριτικότατη συμβουλή τοῦ Γέροντος Σωφρονίου ὁ π.Ἰ.Δ.. Γράφει μέ ἐξοργιστική προπέτεια καί εἰρωνεία:
«Καί ἄλλη ἀνοησία. Φῶς τῶν ἐν τῷ κόσμῳ εἶναι οἱ Μοναχοί. Κατά τήν... ὑψιπετῆ θεολογίαν τοῦ ἱερομονάχου Σωφρονίου καί τοῦ Ναυπάκτου Ἱεροθέου, πρέπει νά σταματήσουν αἱ προσκυνηματικαί ἐκδρομαί εἰς τάς Ἱεράς Μονάς»[8].
Αὐτό κατάλαβε ὡς ἔγγαμος κληρικός ὁ π.Ἰ.Δ. ἀπό τήν συμβουλή τοῦ ἱερομονάχου Σωφρονίου, πεπειραμένου μοναχοῦ καί Γέροντος μοναστικῆς ἀδελφότητος;
Δέν σταμάτησε ὅμως ἐκεῖ ὁ π.Ἰ.Δ.. Στήν συνέχεια διέγνωσε ἀντίφαση –ὅπως καί στά περί ἀδιαλείπτου προσευχῆς– σέ κείμενο τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου. Μέ προπετῆ μεγαλοστομία γράφει:
«Ἀλλ’ ἰδού καί ἄλλη μία ἀκόμη οὐρανομήκης ἀντίφασις τοῦ Δεσπότου κ. Ἱεροθέου Βλάχου μέ ὅλον τό δεσποτικόν της μεγαλεῖον. Ἔγραψεν ὁ Δεσπότης: “Τόν Μοναχισμό νά τόν βάλουμε καί μέσα στήν οἰκογένεια” (“Καιρός τοῦ ποιῆσαι”, σελ. 294)»[9].
Ὁ π.Ἰ.Δ. θεωρεῖ ὅτι κατάλαβε καλά τήν συμβουλή τοῦ Γέροντος Σωφρονίου καί τώρα βρέθηκε μπροστά σέ «οὐρανομήκη ἀντίφαση» τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου!
Ἄν καί αἰσθάνεται κανείς ὅτι χάνει τήν σοβαρότητά του ὅταν ἀσχολεῖται σοβαρά μέ τέτοια κείμενα, ἀλλά γιά τήν ἀλήθεια καί τήν κοινή λογική πού κακοποιοῦνται καί πιό πολύ γιά τήν συνείδηση ἁπλουστέρων Χριστιανῶν, πού εἶναι δυνατόν νά ἐμπιστευθοῦν ἀνεξέταστα τίς κρίσεις τοῦ π.Ἰ.Δ., ὑπομένουμε τήν στέρηση τῆς σοβαρότητας...
Δύο σημεῖα θά ἐπισημάνουμε:
1. Ὁ π. Σωφρόνιος λέει: «Συνήθως δέν πρέπει νά μιλᾶμε...». Αὐτό δέν σημαίνει ὅτι ποτέ δέν πρέπει νά μιλᾶμε στούς ἐγγάμους γιά τόν Μοναχισμό καί προπαντός ὅτι πρέπει νά ἀπορρίψουμε τόν λόγο τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τῆς Κλίμακος: «φῶς μέν μοναχοῖς, ἄγγελοι· φῶς δέ πάντων ἀνθρώπων, μοναδική πολιτεία»[10]. Αὐτό πού τονίζει ὁ Γέροντας Σωφρόνιος εἶναι ὅτι δέν πρέπει νά μιλᾶμε συνεχῶς στούς ἐγγάμους γιά τήν μεγάλη ἀξία τοῦ μοναχισμοῦ, χωρίς καμμιά ἀναφορά στήν δική τους ζωή, στήν ἀξία πού ἔχει νά ζῆ κανείς τό Εὐαγγέλιο μέσα στό Γάμο. Κι’ αὐτό γιατί πολλοί «μπερδεύονται καί δέν ἐκτιμοῦν τόν γάμο». Μπερδεύονται γιατί δέν ἔχουν τήν δυνατότητα νά διακρίνουν τήν οὐσία τῆς μοναχικῆς ζωῆς, τό κεντρικό της νόημα, πού εἶναι ἴδιο σέ ὅλα τά μέλη τῆς Ἐκκλησίας, ὅποιες καί ἄν εἶναι οἱ ἐξωτερικές συνθῆκες τῆς ζωῆς τους. Σ’ αὐτούς τούς ἀνθρώπους εἶναι προτιμότερο, ἀντί νά τούς μιλᾶμε γιά τήν ἀξία τοῦ μοναχισμοῦ, «νά τούς διδάσκουμε ὅτι ὁ γάμος εἶναι ὁδός σωτηρίας, ὅταν ζῆ κανείς σύμφωνα μέ τό Εὐαγγέλιο».
Ὁ Γέροντας Σωφρόνιος μιλάει ἔχοντας ὑπ’ ὄψη του συγκεκριμένα παραδείγματα. Δέν μιλάει θεωρητικά. Ὁ λόγος του εἶναι ἀπόσταγμα πείρας. Μίλησε γιά κάποιους πού «μπερδεύονται καί δέν ἐκτιμοῦν τόν γάμο», διότι συνάντησε ἐγγάμους μετανοιωμένους γιά τήν ζωή πού ἐπέλεξαν, ὄχι λόγῳ προβλημάτων, ἀλλά λόγῳ ἀμφιβολίας γιά τό ἄν ὁ δρόμος πού ἐπέλεξαν ἦταν σύμφωνος μέ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ.
2. Ἡ «μοναδική πολιτεία» ὅπως τήν ἔζησαν καί μᾶς τήν περιέγραψαν οἱ ἅγιοι Πατέρες –καί ὄχι γενικῶς οἱ Μοναχοί– λειτουργεῖ ὡς φῶς στούς ἐγγάμους, ὄχι βγάζοντάς τους ἀπό τά νόμιμα πλαίσια τῆς ζωῆς τους, ἀλλά δείχνοντας τό πραγματικό νόημα τῆς ζωῆς, πού εἶναι ὁ Χριστός καί ἡ σχέση μαζί του. Γιά νά συνδεθῆ κανείς μέ τόν Χριστό πρέπει νά ἀποκτήση τό πνεῦμα τῆς ὑπακοῆς πού εἶχε Ἐκεῖνος πρός τόν Πατέρα, «ἕως σταυροῦ». Ὁ ἀγώνας γι’ αὐτήν τήν ὑπακοή, μέσα στήν μοναστική μας παράδοση, συγκεκριμενοποιεῖται στήν ἄρνηση τοῦ ἰδίου θελήματος, μέσῳ τῆς ὑπακοῆς στήν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας καί τῆς ὑπακοῆς στήν ἀδελφότητα. Αὐτά τά δύο κεντρικά χαρακτηριστικά τῆς «μοναχικῆς πολιτείας» –ὑπέρβαση τοῦ ἰδίου θελήματος καί ὑπακοή στήν ἀδελφότητα– πρέπει νά χαρακτηρίζουν καί τήν ζωή στόν ἐν Χριστῷ Γάμο, γιατί αὐτά θεμελιώνουν γερά τήν ἑνότητα τῆς συζυγίας καί τῆς οἰκογένειας, μεταμορφώνουν τήν «ἀδελφότητα τῆς οἰκογένειας» σέ παράδεισο.
ταν κανείς προβάλλη στοιχεῖα τοῦ μοναχισμοῦ, μαζί μέ τό πῶς βιώνονται στό πλαίσιο τῆς ἔγγαμης ζωῆς, δείχνει ταυτόχρονα τήν ἀξία τοῦ Γάμου. Δείχνει ὅτι ὁ Γάμος εἶναι ὁδός σωτηρίας. Δέν ἀπελπίζει, οὔτε μπερδεύει. Μέσα σ’ αὐτό τό πνεῦμα ἔγραψε ὁ Μητροπολίτης Ναυπάκτου τό 1978, ὡς ἀρχιμαδρίτης τότε, σέ κείμενο γιά τήν ζωή στήν Ἱερά Μονή Τιμίου Προδρόμου Essex, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νά μπῆ καί στήν Ἑλλάδα ὁ μοναχισμός –τό πνεῦμα του, τηρουμένων τῶν ἀναλογιῶν– μέσα στήν οἰκογένεια.
π.Ἰ.Δ. μεταφέρει ὡς φράση τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου τήν ἀκόλουθη κύρια πρόταση: «Τόν Μοναχισμό νά τόν βάλουμε καί μέσα στήν οἰκογένεια», στήν ὁποία διαπιστώνει «οὐρανομήκη ἀντίφαση» μέ τήν συμβουλή τοῦ π. Σωφρονίου: «Συνήθως δέν πρέπει νά μιλᾶμε σέ ἐγγάμους ἀνθρώπους γιά τήν ἀξία τοῦ Μοναχισμοῦ». Γιά νά δοῦμε τό πλαίσιο τῶν νοημάτων μέσα στό ὁποῖο διατυπώθηκε αὐτή ἡ ἄποψη, θά παραθέσουμε ὅλη τήν παράγραφο ἀπό τήν ὁποία πῆρε τά στοιχεῖα καί δημιούργησε αὐτήν τήν φράση ὁ π.Ἰ.Δ.. Τό κείμενο, ὅπως σημειώσαμε, ἀναφέρεται στήν ζωή τῶν μοναχῶν στήν Ἱερά Μονή Τιμίου Προδρόμου Essex Ἀγγλίας.
«...Ἀνέφερα ὅλα αὐτά γιατί οἱ μοναχοί τοῦ Essex συνδέονται περισσότερο μέ τήν ἀποφατική θεολογία. Πέρα ἀπό ὑποστηρίξεις καί στηρίγματα καί μέσα σέ μιά ἁπλότητα ζοῦν τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Μεγάλωσαν καί ζοῦν μέ τά λεγόμενα «νηπτικά» συγγράμματα καί αὐτήν τήν τροφή δίνουν καί στούς ἐγγάμους πού συνδέονται μαζί τους, ὅπως θά ποῦμε πιό κάτω. Διαβάζουν τήν Φιλοκαλία, τά ἔργα τοῦ ἁγίου Συμεών τοῦ νέου Θεολόγου, τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ, τοῦ Ἀββᾶ Δωροθέου, τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ κ.λ.π. Γι’ αὐτό καί μεῖς στήν Ἑλλάδα, ἄν δέν ἀρχίσουμε νά διαβάζουμε βιβλία ἀσκητικά, «νηπτικά», ἄν δέν παύσουμε νά πολεμοῦμε τόν μοναχισμό, ἄν δέν τόν βάλουμε καί μέσα στήν οἰκογένεια, ὅπως οἱ Πατέρες λένε, μέ τόν τρόπο πού αὐτοί ὑπογραμμίζουν, ἄς μήν περιμένουμε πνευματική ἀναγέννηση καί ἄνθηση τῆς γνήσιας ὀρθόδοξης ζωῆς. Θά κινούμαστε μέσα σέ σχήματα καί καταστάσεις παρεφθαρμένες. Θά μᾶς παρασύρουν τά προτεσταντικά «ἀνέκδοτα» καί οἱ ἄγονοι συναισθηματισμοί τῶν Χριστιανῶν τῆς Δύσεως»[11].
 Στό παραπάνω ἀπόσπασμα φαίνονται καθαρά δύο πράγματα:
Πρῶτον,  τό νά βάλουμε τόν μοναχισμό «καί μέσα στήν οἰκογένεια» λέγεται μέσα στό πλαίσιο τῆς ἀποφυγῆς παρεφθαρμένων θρησκευτικῶν σχημάτων, ἄγονων δυτικῶν συναισθηματισμῶν καί προτεσταντικῶν ἀνεκδότων, μέ τήν ἀναζωπύρωση τῆς ἀσκητικῆς νηπτικῆς παραδόσεως τῆς Ἐκκλησίας, πού μπορεῖ νά πραγματοποιηθῆ μέ τήν μελέτη ἀσκητικῶν-νηπτικῶν συγγραμμάτων καί μέ τήν ἀλλαγή στάσης ἀπέναντι στόν μοναχισμό, ὁ ὁποῖος παλαιότερα δεχόταν ἰσχυρό πόλεμο ἀπό ποιμένες καί θεολόγους.
Καί δεύτερον, δέν προτείνει νά βάλουμε τόν μοναχισμό στήν οἰκογένεια ἀπροϋπόθετα, ἀλλά «ὅπως οἱ Πατέρες λένε, μέ τόν τρόπο πού αὐτοί ὑπογραμμίζουν». Κι οἱ Πατέρες εἶναι διακριτικότατοι. Προηγουμένως μάλιστα εἴδαμε θεμελιώδη κοινά στοιχεῖα τῆς «μοναχικῆς πολιτείας» καί τοῦ ἐν Χριστῷ καί τῇ Ἐκκλησίᾳ Γάμου.
Μέ ὅσα ἀναφέραμε σ’ αὐτήν τήν ἑνότητα θεωροῦμε ὅτι γίνεται σαφές, ὅτι ὁ Γέροντας Σωφρόνιος καί ὁ Μητροπολίτης Ναυπάκτου δέν θέτουν ἐν ἀμφιβόλῳ τήν καθαρότητα ψυχῆς καί σώματος τῶν ἐγγάμων, ὅπως ἀντιλαμβάνεται τήν καθαρότητα ὁ π.Ἰ.Δ.. Μιλοῦν γιά ἕναν ἀσκητικό καί θεολογικό τρόπο ζωῆς πού δέν μποροῦν, ὅπως δείχνουν τά πράγματα, νά τόν κατανοήσουν ὅσοι εἶναι ἐγκλωβισμένοι σέ ἠθικιστικές νοοτροπίες.

[1]. Ἡ θεολογική τραγωδία... σ. 69.
[2]. Φιλοκαλία Β΄, κεφ. μη΄, σ. 33.
[3]. ἔνθ. ἀνωτ. κεφ. ιγ΄, σ. 111-112.
[4]. Ἡ θεολογική τραγωδία... σ. 75.
[5]. Οἶδα ἄνθρωπον ἐν Χριστῷ, σ. 327.
[6]. ἔνθ. ἀνωτ. σ. 414.
[7]. ἔνθ. ἀνωτ.
[8]. Ἡ θεολογική τραγωδία..., σ. 79.
[9]. ἔνθ. ἀνωτ.
[10]. ἁγίου Ἰωάννου Σιναΐτου, Κλίμαξ, λόγος κστ΄, στ. κγ΄.
[11]. Καιρός τοῦ ποιῆσαι, σ. 294-295.

Δεν υπάρχουν σχόλια: