Σάββατο, 26 Δεκεμβρίου 2015

ΣΧΟΛΙΑ ΣΕ ΜΙΑ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΤΡΑΓΩΔΙΑ

 
Ἀδιακρισίες στήν ποιμαντική καί τήν ἄσκηση:

Ἡ ἰδέα τοῦ «ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε»

τοῦ π. Θωμᾶ Βαμβίνη

[8 ΜΕΡΟΣ]

    Στήν ἑνότητα αὐτή θά δοῦμε σκληρές καί διαστρεβλωτικές κριτικές τοῦ π.Ἰ.Δ. γιά διδασκαλίες τοῦ Γέροντος Σωφρονίου Σαχάρωφ, πού ἔχουν καταγραφεῖ ἀπό τόν Μητροπολίτη Ναυπάκτου στό βιβλίο του: «Οἶδα ἄνθρωπον ἐν Χριστῷ», διδασκαλίες πού ἀφοροῦν ποιμαντικά καί ἀσκητικά θέματα.

Σέ ἄλλο σημεῖο ἀναφερθήκαμε στό πῶς ἡ ποιμαντική στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἶναι ἄρρηκτα δεμένη μέ τήν θεολογία, στό πῶς δηλαδή ὁ πνευματικός πατέρας συνδέεται καί ταυτίζεται μέ τόν θεολόγο. Ἡ ἀναφορά αὐτή ἔγινε γιατί ὁ π.Ἰ.Δ. δέν μποροῦσε νά ἀποδεχθῆ τήν ἄποψη αὐτή ὡς ὀρθόδοξη. Διέβαλε μάλιστα τήν ταύτιση πνευματικοῦ πατέρα καί θεολόγου λέγοντας ὅτι αὐτό εἶναι κάτι πού ἀποδέχονται ὅλοι οἱ Προτεστάντες, δείχνοντας ἔτσι ὅτι ἀγνοεῖ τήν ποιμαντική καί τήν θεολογία τόσο τῶν Ὀρθοδόξων ὅσο καί τῶν Προτεσταντῶν.

Στήν συνέχεια θά ἀποδείξουμε –χρησιμοποιώντας ὡς χαρακτηριστικά ἀρνητικά παραδείγματα τίς σκληρές διαστρεβλωτικές κριτικές τοῦ π.Ἰ.Δ.– τό πόσο ἀναγκαία εἶναι ἡ σύνδεση τῆς ποιμαντικῆς μέ τήν ὀρθόδοξη ἐμπειρική θεολογία. Θά ἀποδειχθῆ ὅτι, ὅταν ἀπουσιάζει ἡ θεολογική ἐμπειρία, ἡ ποιμαντική γίνεται ἀδιάκριτη καί ἡ ἀσκητική τῆς Ἐκκλησίας ἐκφυλίζεται σέ ἰδεολογία ἀποδεσμευμένη ἀπό τόν τρόπο ζωῆς τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος.

Πρίν προχωρήσουμε σέ λεπτομέρειες, θά ἐξηγήσουμε τί ἐννοοῦμε λέγοντας ὅτι ἡ ἀσκητική γίνεται ἰδεολογία.

 Ἡ ἀσκητική τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὁ τρόπος ζωῆς τῶν μελῶν της, ὁ ἀγώνας τους νά διαβοῦν ἀπό τό κατ’ εἰκόνα στό καθ’ ὁμοίωσιν, ὥστε νά γίνουν ἐνεργείᾳ μέλη τῆς Ἐκκλησίας, ἄνθρωποι πραγματικά τοῦ Θεοῦ, κατοικητήρια τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Περιεχόμενο τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἀσκητικῆς εἶναι ἡ τήρηση τῶν εὐαγγελικῶν ἐντολῶν, πού γίνεται ἀπό ἀγάπη πρός τόν Χριστό, σύμφωνα μέ τόν λόγο Του: «ἐάν τις  ἀγαπᾷ με τόν λόγον μου τηρήσει» καί ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα τήν ἐκπλήρωση τῆς ἐπαγγελίας: «...καί πρός αὐτόν ἐλευσόμεθα καί μονήν παρ’ αὐτῷ ποιήσωμεν» (Ἰω. 14, 23). Ἡ ἀσκητική δηλαδή ἔχει σχέση μέ πράξεις πού ἀνοίγουν τόπο στόν Θεό καί ὄχι μέ ἄσαρκες ἰδέες.

Ὅταν ὅμως μέ τήν αὐθαιρεσία τῆς σκέψης μας ἀποκόβουμε τίς ἐντολές ἀπό τήν ἐμπειρία τῶν πιστῶν, τίς ἀποκόβουμε δηλαδή ἀπό τό πῶς ἐφαρμόζονται μέσα στίς συνθῆκες τοῦ παρόντος βίου, καθώς καί ἀπό τά στάδια πού διέρχεται ὁ πιστός προοδεύοντας πνευματικά μέ τήν τήρηση τῶν ἐντολῶν, τότε οἱ ἐντολές γίνονται νομικές διατάξεις ἤ ἄσαρκες ἰδέες, ἄσχετες μέ τήν καθημερινή ἐμπειρία τῶν πιστῶν.

Αὐτό θά τό δοῦμε πολύ καθαρά στήν συνέχεια μελετώντας ὅσα μέ σκληρή κριτική γλώσσα καταμαρτυρεῖ ὁ π.Ἰ.Δ. στόν Γέροντα Σωφρόνιο σχετικά μέ τίς ἐντολές γιά τήν προσευχή καί τήν νηστεία, καθώς καί σέ ἄλλα σημαντικά ἀσκητικοθεολογικά θέματα.

Ἡ ἰδέα τοῦ «ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε»

   Ὁ Μητροπολίτης Ναυπάκτου κατέγραψε ἀνάμεσα σέ πολλές ἄλλες τήν ἀκόλουθη διδασκαλία τοῦ Γέροντος Σωφρονίου γιά τήν ἄσκηση τῆς προσευχῆς:

«Δέν μπορεῖ ὁ Χριστιανός πολλές φορές τήν ἡμέρα νά προσευχηθῆ μέ αἴσθηση τῆς Χάριτος. Ὁ Θεός κάποτε-κάποτε δίδει τήν Χάρη Του. Ὅταν ὁ νοῦς κάνη νοερά προσευχή καί κουρασθῆ, τότε δέ μπορεῖ ξανά τήν ἡμέρα ἐκείνη νά προσευχηθῆ ἐντατικά. Ἡ διάρκεια τῆς ἐντάσεως εἶναι διαφορετική κάθε φορά, ἄλλοτε ἐξασκεῖται ἡ προσευχή μία ὥρα, ἄλλοτε δύο ὧρες, καί κάποτε ἕνα τέταρτο. Ὅταν γίνεται μέ ἔνταση, ἀρκεῖ αὐτό γιά ὁλόκληρη τήν ἡμέρα»[1].

Τά παραπάνω εἶναι περιγραφή μιᾶς πτυχῆς ἀπό τήν προσευχητική καί καθοδηγητική πείρα τοῦ Γέροντος Σωφρονίου. Εἶχε ὁ ἴδιος μεγάλη πείρα προσευχῆς, ἀλλά καθοδηγοῦσε καί μοναχούς πού ἀσκούνταν «ἐπιστημονικά» στήν ἡσυχαστική προσευχή. Ἀκόμη καθοδηγοῦσε καί λαϊκούς πού δέν τούς ἀρκοῦσε ἡ ἐπιφανειακή τυπική ἐκκλησιαστική ζωή, ἀλλά ἐπιθυμοῦσαν βαθύτερη σχέση μέ τό μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας. Ὁπότε γνώριζε ἐμπειρικά καί «κλινικά» πτυχές τῆς μεγάλης «ἐπιστήμης τῶν λογισμῶν» καί τῆς ἡσυχαστικῆς προσευχῆς, ἄγνωστες στούς μή μυημένους, ἄγνωστες πιθανῶς ἀκόμη καί σ’ αὐτούς πού μπορεῖ νά εἶχαν πείρα προσευχῆς, ἀλλά δέν ἦταν ποτέ καθοδηγητές ἐμπείρων –καί ἐμπύρων– μοναχῶν καί θερμῶν στίς ἀναζητήσεις τους λαϊκῶν. Γνώριζε τά ὅρια τῶν ἀντοχῶν πού ἔχει ὁ ἀσκούμενος μοναχός ἤ λαϊκός, τίς ὑπερβολές καί τίς ἐλλείψεις, τίς ἐπιπτώσεις πού ἔχει στόν κοινωνικό περίγυρο ἑνός λαϊκοῦ ἡ ἄσκηση μέ θερμότητα τῆς προσευχῆς, ἀκόμη γνώριζε τό ἀπαραβίαστο τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος δρᾶ «καθώς βούλεται», χωρίς νά ὑποτάσσεται σέ τεχνικές μηχανιστικές μεθόδους.

Ἡ παραπάνω λοιπόν διακριτική διδασκαλία τοῦ Γέροντος Σωφρονίου δέχθηκε σκληρή κριτική, ἀφοῦ πρῶτα διαστρεβλώθηκε τό νόημά της. Κατ’ ἀρχήν στόν ἀρνητικό σχολιασμό της δέν παρατέθηκε ἀκέραιο τό παραπάνω ἀπόσπασμα. Καταγράφηκε χωρίς τήν πρόταση: «...Ἡ διάρκεια τῆς ἐντάσεως εἶναι διαφορετική κάθε φορά, ἄλλοτε...», ὁπότε στό σημεῖο ἐκεῖνο τοῦ παραθέματος δόθηκε ἀπό τόν π.Ἰ.Δ. ἡ ἐξῆς μορφή: «...Ὅταν ὁ νοῦς κάνη νοερά προσευχή καί κουρασθῆ, τότε δέ μπορεῖ ξανά τήν ἡμέρα ἐκείνη νά προσευχηθῆ ἐντατικά... Ἄλλοτε ἐξασκεῖται ἡ προσευχή μία ὥρα, ἄλλοτε δύο ὧρες, καί κάποτε ἕνα τέταρτο...».

Ὁ π.Ἰ.Δ. δηλαδή ἀποσιώπησε σημαντική πρόταση γιά τό νόημα τοῦ παραθέματος καί ἄλλαξε ταυτόχρονα τήν στίξη. Ἄρχισε τήν λέξη «ἄλλοτε» μέ κεφαλαῖο γράμμα, θεωρώντας ὅτι προηγεῖται τελεία καί ἔδωσε τήν ἐντύπωση ὅτι ὁ Γέροντας Σωφρόνιος μιλάει στήν πρόταση ἐκείνη γενικῶς γιά μία ἤ δύο ὧρες προσευχῆς καί ὄχι εἰδικῶς γιά προσευχή μέ ἔνταση. Παρανόησε δέ τελείως καί τήν τελευταία πρόταση τοῦ παραθέματος πού ἔχει σημαντικότατο νόημα. Δέν κατάλαβε τί σημαίνει, ὅτι, «Ὅταν [ἡ προσευχή] γίνεται μέ ἔνταση, ἀρκεῖ αὐτό γιά ὁλόκληρη τήν ἡμέρα».

Στηριγμένος λοιπόν στήν λανθασμένη ἐντύπωσή του ἀπό τό κείμενο πού παρέθεσε θεώρησε ὅτι μποροῦσε νά ἀποφανθῆ, ὅτι μέ αὐτά πού κατέγραψε ὡς διδασκαλίες τοῦ Γέροντος Σωφρονίου ὁ Μητροπολίτης Ναυπάκτου

«Καταργεῖ τό “ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε” (Α΄ Θεσ. ε΄, 17), ἀφοῦ “ὁ Θεός κάποτε-κάποτε δίδει τήν Χάρη του”, δηλαδή κατά τινα χρονικά διαστήματα (“κάποτε-κάποτε”) καί ἀφοῦ ἀρκεῖ μιᾶς ὥρας προσευχή μέχρι δύο ὡρῶν “γιά ὁλόκληρη τήν ἡμέρα”...

Ἐδῶ περιορίζεται μέχρι δύο ὥρας τήν ἡμέραν καί ἡ νοερά προσευχή, ὅταν κουρασθῇ ὁ νοῦς, ὅπως δέχεται ὁ Ναυπάκτου καί προβάλλει πρός διδαχήν μας»[2].

Ὅποιος ἔχει μελετήσει τά ἔργα τοῦ Γέροντος Σωφρονίου, ἀλλά καί τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου, καταλαβαίνει ὅτι χρειάζεται μεγάλη τόλμη –ἡ ὁποία στήν καλύτερη περίπτωση δικαιολογεῖται μόνον ἀπό τήν παντελῆ ἄγνοια τῶν ἔργων τους– γιά νά μπορέση νά διατυπώση ἕναν τέτοιο ἰσχυρισμό. Νά ἀποδώση δηλαδή σ’ αὐτούς πού διδάσκουν τό πῶς φθάνει κανείς στό «ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε», τήν κατηγορία ὅτι τό καταργοῦν.

Εἶναι σαφές ἀπό τό ὁλοκληρωμένο κείμενο πού παραθέσαμε, ὅτι τά περί μιᾶς ἤ δύο ὡρῶν προσευχῆς ἀφοροῦν προσευχή μέ ἔνταση, πού σημαίνει προσευχή μέ γυμνό τόν νοῦ ἀπό φαντασίες, λογισμούς, αἰσθητές ἤ νοητές εἰκόνες, μέσα σέ βαθιά ἐξωτερική καί ἐσωτερική ἡσυχία, ὅπως γνωρίζουμε ἀπό κείμενα Πατέρων τῆς Φιλοκαλίας, σάν τοῦ ὁσίου Νείλου, ὁ ὁποῖος μᾶς διδάσκει:

«Στῆθι ἐπί τῆς φυλακῆς σου, φυλάττων τόν νοῦν σου ἀπό νοημάτων, κατά τόν καιρόν τῆς προσευχῆς, τήν αἴτησιν πληρῶσαι, καί στῆναι ἐπί τῇ οἰκεία ἠρεμίᾳ... Οὐ δυνήσῃ προσεύξασθαι καθαρῶς, πράγμασι συμπλεκόμενος ὑλικοῖς καί φροντίσι συνεχέσι δονούμενος... Μακάριος ὁ νοῦς, ὅς κατά τόν καιρόν τῆς προσευχῆς τελείαν ἀμορφίαν ἐκτήσατο»[3].

   Ὁ ὅσιος Νεῖλος πού μιλᾶ γιά «καιρόν τῆς προσευχῆς» δέν καταργεῖ προφανῶς τό «ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε», διότι, σύμφωνα μέ τούς διδασκάλους αὐτῆς τῆς νοερᾶς ἐπιστήμης, καί ἡ ὀλιγόλεπτη προσευχή πού γίνεται μέ ἔνταση προσοχῆς, «ἀμορφία τοῦ νοῦ» καί αἴσθηση τῆς Χάριτος, δίνει στό νοῦ ἐνέργεια προσευχῆς γιά ὅλη τήν ἡμέρα. Ὁ νοῦς κολλᾶ στό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ καί τό μνημονεύει «ἀδιαλείπτως». Αὐτό σημαίνει ὁ λόγος τοῦ Γέροντος Σωφρονίου: «Ὅταν [ἡ προσευχή] γίνεται μέ ἔνταση, ἀρκεῖ αὐτό γιά ὁλόκληρη τήν ἡμέρα». «Ἀρκεῖ γιά ὁλόκληρη τήν ἡμέρα» δέν σημαίνει: μή προσεύχεσθε καί μή θυμᾶσθε τόν Θεό πέρα ἀπό μία ἤ δύο ὧρες τήν ἡμέρα, ὅπως λανθασμένα τό ἐννόησε ὁ π.Ἰ.Δ., ἀλλά ὅτι καί ἡ ὀλιγόλεπτη προσευχή μέ ἔνταση ἑνώνει τόν νοῦ μέ τήν μνήμη τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία παραμένει ζωντανή καί ἐνεργός, χωρίς καμμιά ἐπιπλέον ἄσκηση προσευχῆς, γιά ὅλη τήν ἡμέρα. Αὐτό εἶναι στήν οὐσία τό «ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε». Αὐτό θά μποροῦσε ὁ π.Ἰ.Δ. νά τό δῆ στήν προηγούμενη σελίδα τοῦ βιβλίου: «Οἶδα ἄνθρωπον ἐν Χριστῷ», ἀπ’ ὅπου πῆρε τό παράθεμα πού κακοποίησε. Ἐκεῖ, ἄν «πρόσεχε τῇ ἀναγνώσει» θά διάβαζε:

«Ὅταν κάποια μέρα ὁ μοναχός κλαύση γιά δυό-τρεῖς ὧρες μέ καθαρό λογισμό, τότε ὁ νοῦς του μπορεῖ νά βρίσκεται στόν Θεό γιά πολλές ἡμέρες καί νά μήν ἀποσπᾶται ἀπό ἐκεῖ καί νά μή χρειασθῆ νά κάνη τήν καθιερωμένη προσευχή καί τόν κανόνα»[4].

   Ὁ Κανόνας καί ἡ καθιερωμένη προσευχή εἶναι γιά νά «βρίσκεται ὁ νοῦς στόν Θεό». Ὅταν μετά ἀπό κλάμα πού γίνεται «μέ καθαρό λογισμό», δηλαδή μετά ἀπό «παράσταση ἐνώπιον τοῦ  Θεοῦ» μέ βαθύτατη μετάνοια, πού γίνεται μέ καθαρό τόν νοῦ ἀπό λογισμούς, ποικίλα νοήματα καί εἰκόνες, ὁ νοῦς «μονάσῃ ἐν τῷ Θεῷ» καί ὁ Θεός «μονήν ποιήσῃ ἐν τῷ ἀνθρώπῳ», τότε τελειώνει τό ἔργο τῆς προσευχῆς καί ἐνόσω ὁ νοῦς δέν ἀποσπᾶται ἀπό ἐκεῖ, μπορεῖ «νά μή χρειασθῆ νά κάνη τήν καθιερωμένη προσευχή καί τόν κανόνα».

Ὅμως σέ αὐτές τίς φάσεις τοῦ ἀγώνα «μέ τά πνευματικά τῆς πονηρίας» χρειάζεται προσοχή καί διάκριση, ὥστε νά μή κλαπῆ ὁ ἀγωνιστής τῆς προσευχῆς οὔτε ἀπό δεξιά, οὔτε ἀπό ἀριστερά. Γι’ αὐτό ὁ Γέροντας Σωφρόνιος, λίγο παρακάτω στό ἴδιο βιβλίο συμβουλεύει:

«Εἶναι καλό ὁ ἄνθρωπος, ἔστω κι ἄν ἔχη νοερά προσευχή, νά λέγη τήν εὐχή μέ τό στόμα γιά νά τήν ἀκούη τό αὐτί, ὅταν κουράζεται στήν νοερά ἐργασία. Αὐτό πρέπει νά γίνεται ἰδίως σέ περιπτώσεις πού εἶναι μόνος του»[5].

   Τά θέματα αὐτά ἀφοροῦν τά ἅγια τῶν ἁγίων τῆς πνευματικῆς ζωῆς. Εἶναι ὡς ἐκ τούτου θέματα σοβαρά «ἄψαυστα τοῖς ἀμυήτοις». Εἶναι προσιτά καί οἰκεῖα μόνο σ’ αὐτούς πού καλλιεργοῦν τήν νοερά ἡσυχία καί προσευχή, γι’ αὐτό καί δέν εἶναι χωρίς κίνδυνο τό νά τά κρίνη κανείς ἤ νά τά ἀρνῆται, ὅταν εἶναι ἄγευστος καί ἄπειρος αὐτῆς τῆς ἱερᾶς ἐργασίας. Τό ἀκίνδυνο σ’ αὐτές τίς περιπτώσεις εἶναι νά δέχεται μέ ἁπλότητα καί ἐμπιστοσύνη τόν λόγο τῶν πεῖρᾳ μεμυημένων, ὥστε σταδιακά, ζώντας ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ, νά ἀφομοιώνη τό πνεῦμα τους.

Παρ’ ὅλα τά παραπάνω ὁ π.Ἰ.Δ. αἰσθάνεται τήν ἀνάγκη νά ὑπερασπισθῆ, κατά τήν ἀντίληψή του, τό «ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε», ἀπέναντι στόν Γέροντα Σωφρόνιο καί τόν Μητροπολίτη Ναυπάκτου, πού θέλουν νά τό καταργήσουν!!!... Δείχνοντας μάλιστα ὅτι ἀδυνατεῖ νά διακρίνη τήν ἐκ πείρας καί Χάριτος διάκριση τοῦ Γέροντος Σωφρονίου, παραθέτει ἁγιογραφικά χωρία, δείχνοντας ὅτι δέν καταλαβαίνει τί ἐννοεῖ ὁ Γέροντας, ἀλλά καί ἀγνοώντας τό νόημα τῶν ἁγιογραφικῶν χωρίων πού χρησιμοποιεῖ. Δέν μπορεῖ νά δῆ ὅτι ὁ Γέροντας Σωφρόνιος δέν λέει τίποτε διαφορετικό ἀπό τά προβαλλόμενα ἁγιογραφικά χωρία.

Ἡ ἀδυναμία τοῦ «σχολιαστῆ» τοῦ Γέροντος Σωφρονίου καί τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου νά διακρίνη τήν ἑνότητα τῆς διδασκαλίας πού εἶναι καταγραμμένη στό βιβλίο: «Οἶδα ἄνθρωπον ἐν Χριστῷ», τόν ὁδήγησε καί στήν ἑξῆς «ἀνακάλυψη». Σέ ἄλλο σημεῖο τοῦ βιβλίου ἐντόπισε τήν διδασκαλία τοῦ Γέροντος Σωφρονίου γιά τό ὅτι:

«Συνεχῶς πρέπει νά προσευχόμαστε, ἀκόμη καί ὅταν βαδίζουμε στόν δρόμο. Νά λέμε: “Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, σῶσον τόν κόσμον Σου καί ἐμέ”»[6].

   Ἐντόπισε δηλαδή διδασκαλία τοῦ Γέροντος Σωφρονίου πού προτρέπει σέ ἀδιάλειπτη προσευχή. Αὐτή ἡ «ἀνακάλυψη» ἀντί νά τόν κάνη νά προβληματιστῆ, μή τυχόν δέν κατανόησε καλά τίς διδασκαλίες περί προσευχῆς μέ αἴσθηση τῆς Χάριτος ἤ περί προσευχῆς μέ ἔνταση, ὥστε νά ἀναθεωρήση τυχόν λανθασμένες ἐκτιμήσεις του, αὐτός διέγνωσε «ἀντίφασιν» στόν Γέροντα καί στόν καταγράψαντα τήν διδασκαλία του!

Μετά ἀπό τά παραπάνω θεωροῦμε ὅτι εἶναι ἄκρως ἀπαραίτητη ἡ διατύπωση κάποιων ἐπιπλέον συμπερασμάτων γιά τόν «σχολιασμό» τῆς πείρας τοῦ Γέροντος Σωφρονίου.

Πρῶτον, ἡ κριτική πού ἐπιχειρεῖ ὁ π.Ἰ.Δ. στό διαστρεβλωμένο ἀπό τόν ἴδιο νόημα τῆς διακριτικῆς διδασκαλίας τοῦ Γέροντος Σωφρονίου εἶναι εὐσεβοφανής διαβολή τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἀσκήσεως, διότι ἐνῶ ὁ π.Ἰ.Δ. αὐτοπροβάλλεται ὅτι ἀγωνίζεται ὑπέρ τοῦ «ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε», ἐντούτοις διαβάλλει στίς εὐπρόσβλητες συνειδήσεις μελῶν τῆς Ἐκκλησίας πρόσωπα πού μέ τόν προφορικό καί γραπτό τους λόγο διδάσκουν τήν μέθοδο τῶν ὀρθοδόξων Πατέρων, πού ὁδηγεῖ στό «ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε». Διαβάλλει ὀρθόδοξα κείμενα πού μεταδίδουν ἔμπνευση γιά τό λεπτότατο καί ἀναγκαιότατο ἔργο τῆς προσευχῆς. Ὁ π.Ἰ.Δ. δρᾶ ἀντιπνευματικά, «φωτοσβεστικά», προσπαθώντας μέ τούς διαβρωτικούς σχολιασμούς του νά σβήση πηγές ἔμπνευσης γιά ὀρθόδοξη προσευχή καί ζωή ἐν Χριστῷ.

Δεύτερον, ἐμφανίζεται ὁ π.Ἰ.Δ., χωρίς πιθανῶς νά τό ἀντιλαμβάνεται, ὡς κάτοχος προσευχητικῆς πείρας ἀνώτερης ἀπό τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, ὁ ὁποῖος στήν ἐπιστολή του «Πρός τήν σεμνοτάτην ἐν μοναζούσαις Ξένην», γράφει γιά τό πόσο εὔκολη εἶναι ἡ διακοπή τοῦ συνεχοῦς «τῆς πρός τόν Θεόν θυμηρεστάτης ὁμιλίας», ἀφοῦ καί ἡ σκέψη μόνον «τοῦ πλησιασμοῦ» καί ἡ προσδοκία τῆς συναντήσεως μέ «ὁμοτρόπους» ἀσκητές μπορεῖ νά τό διακόψη. Ὁ π.Ἰ.Δ. κρίνοντας ἀρνητικά τήν διδασκαλία τοῦ Γέροντος Σωφρονίου ἀφήνει νά ἐννοηθῆ ὅτι εἶναι κάτι φυσικό γιά τούς πιστούς τό «ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε» μέ ἔνταση καί αἴσθηση τῆς Χάριτος. Πάν-τως, ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ ἁγιορείτης, μιλώντας γιά τήν προσευχή πού «γίνεται διά μέσου μελέτης καί θεωρίας», γράφει:

«Ὅθεν, θέλωντας ἐσύ νά προσευχηθῇς διά κάποιον διάστημα καιροῦ, οἷον, τό ἥμισυ τῆς ὥρας, ἤ, μίαν ὁλόκληρον ὥραν, ἤ καί περισσότερον· ἠμπορεῖς νά προσθέσῃς εἰς τήν προσευχήν σου, καί μίαν μελέτην πνευματικήν...»[7].

   Προφανῶς ὁ Ἅγιος μιλώντας γιά «τό ἥμισυ τῆς ὥρας, ἤ, μίαν ὁλόκληρον ὥραν» προσευχῆς δέν καταργεῖ τό «ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε», ἀλλά γνωρίζει ἐκ πείρας τό πῶς θά μιλήση μέ διάκριση στούς ἀνθρώπους γιά τό σημαντικότατο θέμα τῆς προσευχῆς.

Τρίτον, ὑπάρχει προσευχή τήν ὁποία ἀσκεῖ ὁ ἄνθρωπος καί προσευχή πού «δίνεται» στόν ἄνθρωπο, ὑπάρχει δηλαδή ἡ ἀσκητική προσευχή καί αὐτή πού εἶναι δῶρο τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ. Ὅταν συγχέονται οἱ ἀνθρώπινες ἐνέργειες μέ τίς θεῖες, τότε εἶναι φυσικό νά μή κατανοοῦμε τί σημαίνει ὅτι «ὁ Θεός κάποτε-κάποτε δίδει τήν Χάρη του». Μέ τήν συνήθη στά νηπτικά κείμενα ὁρολογία, ἄλλη εἶναι ἡ λογική προσευχή καί ἄλλη εἶναι ἡ νοερά προσευχή. Ὅποιος συγχέει αὐτά τά δύο εἴδη προσευχῆς δηλώνει ὅτι διακρίνεται ἀπό βαθύτατη ἄγνοια.

    Ἐπίσης, ἄν ὁ π.Ἰ.Δ. διάβαζε τό ὀλιγοσέλιδο βιβλίο τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου: Τό Μυστήριο τῆς παιδείας τοῦ Θεοῦ, ἐκεῖ θά ἔβλεπε μέ ἁγιογραφική καί πατερική τεκμηρίωση ὅλα τά σχετικά γιά τίς ἐλεύσεις καί ἀποκρύψεις τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ. Παραθέτουμε δύο ἀπό τά πολλά χωρία πού παρατίθενται ἐκεῖ, ἐνδεικτικά τοῦ ὅτι «ὁ Θεός κάποτε-κάποτε δίδει τήν Χάρη του». Τό πρῶτο εἶναι χωρίο τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ ὁμολογητοῦ πού ἀναφέρεται στούς λόγους γιά τούς ὁποίους ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ ἐγκαταλείπει τόν ἄνθρωπο:

«Τέσσαρές εἰσι γενικοί ἐγκαταλείψεως τρόποι· ἡ οἰκονομική, ὡς ἐπί τοῦ Κυρίου· ἵνα διά τῆς δοκούσης ἐγκαταλείψεως, οἱ ἐγκαταλελειμμένοι σωθῶσιν. Ἡ δέ πρός δοκιμήν, ὡς ἐπί τοῦ Ἰώβ καί Ἰωσήφ· ἵνα ὁ μέν ἀνδρείας, ὁ δέ σωφροσύνης στῆλαι ἀναφανῶσιν· ἡ δέ, πρός παίδευσιν πατρικήν, ὡς ἐπί τοῦ Ἀποστόλου, ἵνα, ταπεινοφρονῶν, τήν ὑπερβολήν φυλάξῃ τῆς χάριτος· ἡ δέ κατά ἀποστροφήν, ὡς ἐπί τῶν Ἰουδαίων· ἵνα κολαζόμενοι, πρός μετάνοιαν κατακαμφθῶσιν. Σωτήριοι δέ πάντες οἱ τρόποι ὑπάρχουσι καί τῆς θείας ἀγαθότητος καί φιλανθρωπίας ἀνάμεστοι»[8].

Τό δεύτερο εἶναι χωρίο τοῦ ἁγίου Διαδόχου ἐπισκόπου Φωτικῆς, πού μιλάει γιά τήν παιδαγωγία τῆς Χάριτος:

«...βρέφη γνήσια τῆς τοῦ Θεοῦ εἶναι Χάριτος, πιστεύομεν μικραῖς παραχωρήσεσι καί πυκναῖς παρακλήσεσιν παρ’ αὐτῆς γαλουχούμενοι, ἵνα διά τῆς χρηστότητος αὐτῆς φθάσωμεν ἐλθεῖν εἰς ἄνδρα τέλειον, εἰς μέτρον ἡλικίας»[9].

   Ὅταν, λοιπόν, δέν κατανοοῦμε τί σημαίνει ὅτι γαλουχούμαστε ἀπό τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ «μικραῖς παραχωρήσεσι καί πυκναῖς παρακλήσεσιν», ὅτι δηλαδή «πρός παίδευσιν πατρικήν» πολλές φορές μᾶς ἐγκαταλείπει ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ, τότε αὐτό δηλώνει ὅτι στήν συνείδησή μας ἔχουμε διαβρωμένο τό θεμέλιο τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἀσκήσεως, πού εἶναι ἡ συνέργεια τοῦ ἀνθρώπου στό ἔργο τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ.

Ὁ π.Ἰ.Δ. δείχνει στήν κριτική πού ἀσκεῖ στήν πείρα τοῦ Γέροντος Σωφρονίου ὅτι ἔχει στήν συνείδησή του διαβρωμένο αὐτό τό θεμέλιο τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς.

    Ἐδῶ πρέπει νά σημειωθῆ ὅτι καί ὁ αἱρετικός Βαρλαάμ, οὐνίτης μοναχός, μιλοῦσε γιά τό «ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε», ἔξω ὅμως ἀπό τό ἑρμηνευτικό πλαίσιο τῆς ἐκκλησιαστικῆς μας παραδόσεως, πράγμα γιά τό ὁποῖο τόν ἐπιτιμᾶ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς. Δηλαδή, ὁ Βαρλαάμ ἔκανε κι’ αὐτός λόγο γιά τό «ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε», ὄχι ὅμως μέ ὀρθόδοξες πατερικές προϋποθέσεις, ἀλλά μέσα ἀπό τήν δυτική–παπική παράδοση, ἀρνούμενος τόν ἡσυχασμό.



[1]. Οἶδα ἄνθρωπον ἐν Χριστῷ, σ. 307.

[2]. Ἡ θεολογική τραγωδία... σ. 67.

[3]. Φιλοκαλία Α΄, σ. 182 καί 187, κεφ. ο΄, οα΄ καί ριζ΄.

[4]. ἔνθ. ἀνωτ. σ. 306.

[5]. ἔνθ. ἀνωτ. σ. 307.

[6]. ἔνθ. ἀνωτ. σ. 260.

[7]. Ἀόρατος Πόλεμος, σ. 160-161.

[8]. Ἀπό τό βιβλίο: Τό Μυστήριο τῆς παιδείας τοῦ Θεοῦ, σ. 35-36.


[9]. ἔνθ. ἀνωτ. σ. 38.

Δεν υπάρχουν σχόλια: