Δευτέρα, 28 Δεκεμβρίου 2015

ΣΧΟΛΙΑ ΣΕ ΜΙΑ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΤΡΑΓΩΔΙΑ

 

Ἀδιακρισίες στήν ποιμαντική καί τήν ἄσκηση:
Περί τῆς προσευχῆς τῶν ἐγγάμων



[8α ΜΕΡΟΣ]

 π. Θωμᾶ Βαμβίνη
   συζυγία μέσα στόν εὐλογημένο Γάμο εἶναι ἕνα στάδιο ἀγώνων πού ἀπαιτεῖ ἰσορροπίες ἄγνωστες ἐν πολλοῖς στή ζωή τῶν μοναχῶν. Βασικό ἄθλημα τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὁ ἀγώνας γιά τήν ἀπόκτηση τῆς ἀγάπης πού «οὐ ζητεῖ τά ἑαυτῆς»[1], γι’ αὐτό στόν ἐν Χριστῷ Γάμο προηγεῖται ἡ εἰρηνική συμβίωση τοῦ ἀνδρογύνου, μέσα στό πνεῦμα τῆς ὑπέρβασης τοῦ ἰδίου θελήματος καί τῆς κατανόησης τοῦ ἄλλου ὡς μοναδικῆς, ἀνεπανάληπτης ὑποστάσεως, μέ αἰώνια ἀξία[2]. Ὅλα τά ἄλλα ἕπονται.
Τό ἴδιο ἄλλωστε ἀναλογικά συμβαίνει καί στήν ζωή τῶν μοναχῶν, ὅπου τό βασικό ἐμπόδιο στήν πνευματική ἐξέλιξη εἶναι τό «ἴδιον θέλημα» καί πρωταρχική ἀρετή ἡ «ὑπακοή στήν ἀδελφότητα» καί τήν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μέ ἀγάπη.
Ὁ πυρήνας τῆς ζωῆς τόσο στόν ἐν Χριστῷ Γάμο ὅσο καί στήν ἐν Χριστῷ Παρθενία εἶναι ἴδιος. Διαφέρουν μεταξύ τους στίς ἐξωτερικές συνθῆκες τῆς ζωῆς, στίς δυνατότητες ἀπερίσπαστης πορείας καί στήν ἔνταση τοῦ ἀγώνα, χωρίς νά μποροῦν νά μποῦν σέ αὐτά ὅρια ἤ νά ἀποκλειστοῦν ἰδιαίτερες περιπτώσεις.
Κάθε πορεία πρός τήν «ἐλευθερία τῶν τέκνων τοῦ Θεοῦ», εἴτε μέσῳ τοῦ Γάμου, εἴτε τῆς Παρθενίας, ἔχει τίς δικές της ἁγιογραφικές δεσμεύσεις. Εἰδικά μέσα στόν Γάμο δέν ξεχνοῦμε τίς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ: «εἰρηνεύετε ἐν ἀλλήλοις»[3], καί εἰδικότερα: «ὅ οὖν ὁ Θεός συνέζευξεν, ἄνθρωπος μή χωριζέτω»[4], ἀλλά καί τίς προτροπές τοῦ ἀπ. Παύλου: «εἰ δυνατόν, τό ἐξ ὑμῶν μετά πάντων ἀνθρώπων εἰρηνεύοντες»[5], καί εἰδικότερα: «οἱ ἄνδρες ἀγαπᾶτε τάς γυναῖκας καί μή πικραίνεσθε πρός αὐτάς»[6]. Κοντά σ’ αὐτά δέν πρέπει νά ξεχνοῦμε καί τήν καθοριστική ἀποστολική συμβουλή: «δέδεσαι γυναικί; Μή ζήτει λύσιν»[7].
   Μέσα λοιπόν στό πλαίσιο τῆς ἁγιογραφικῆς θεσμοθεσίας ὑπάρχουν στόν ἐν Χριστῷ Γάμο πράγματα πού προηγοῦνται, ὅπως ἡ «ἐν ἀλλήλοις εἰρήνη» καί τό ἀχώριστο τῆς «συζεύξεως», καί ἄλλα πού ἕπονται. Μέσα σέ ὅλα αὐτά πού ἕπονται ἐντάσσονται καί οἱ πνευματικές ἐπιθυμίες γιά «ἐκτενέστερη» προσευχή, γιά ἡσυχαστική πνευματική μελέτη, γιά ἀκριβέστερη καί αὐστηρότερη νηστεία, πράγματα εὐλογημένα πού ζωογονοῦν τόν ἔσω ἄνθρωπο, ἀλλά καί τήν σχέση τοῦ ἀνδρογύνου, τά ὁποῖα ὅμως ὅταν ἀσκοῦνται μέ ἀδιακρισία καί ἰδιορρυθμία μποροῦν νά δυναμιτίσουν τόν Γάμο πού εὐλόγησε ἡ Ἐκκλησία, νά χωρίσουν ἀνδρόγυνα καί νά διαλύσουν οἰκογένειες.
   Αὐτοῦ τοῦ εἴδους οἱ ἀναταράξεις τῆς συζυγίας ἐμφανίζονται συνήθως μετά τόν Γάμο, ὅταν τό ἕνα μέρος, εἴτε ὁ ἄνδρας εἴτε ἡ γυναίκα, ἀρχίζει νά ἑλκύεται ἐντονώτερα ἀπό τήν προσευχή καί ἀναπτύσσεται μέσα του ἐπιθυμία βαθύτερης καί ἀκριβέστερης ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς, χωρίς νά ἔχη συμμέτοχο σ’ αὐτήν τήν ἔφεση τό ἄλλο μέρος τῆς συζυγίας καί, τό σημαντικότερο, χωρίς νά δέχεται διακριτική καθοδήγηση ἀπό πνευματικό πατέρα.
   Ὁ π.Ἰ.Δ. δείχνει ὅτι ἀγνοεῖ αὐτές τίς ἀναταράξεις τῆς συζυγίας. Γι’ αὐτό διαβάζοντας σχετική διακριτική διδασκαλία τοῦ Γέροντος Σωφρονίου καταλήγει «θαρσαλέως» σέ ὕβρη, ἡ ὁποία ἔχει θεολογικό καί ποιμαντικό ἐνδιαφέρον, ὡς χαρακτηριστικό ἀρνητικό παράδειγμα.
   Στήν «τραγωδία» του λοιπόν παρέθεσε τό ἐξῆς ἀπόσπασμα ἀπό τό βιβλίο τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου Οἶδα ἄνθρωπον ἐν Χριστῷ:
«Μερικοί θέλουν νά συνδυάσουν τήν ἔγγαμη ζωή μέ τήν γλυκύτητα τῆς προσευχῆς, ὅπως τήν ζοῦν οἱ ἀσκητές. Ἀλλά αὐτό δέν μπορεῖ νά πραγματοποιηθῆ. Γι’ αὐτό καί στενοχωροῦνται καί ἀπελπίζονται. Ἡ νοερά προσευχή θέλει καθαρότητα ψυχῆς καί σώματος. Θά πρέπη νά τούς καθοδηγοῦμε διακριτικά καί νά τούς λέμε ὅτι εἶναι καλύτερα νά σταματήση ἡ προσευχή, παρά νά διακοπῆ ἡ ἐπικοινωνία μέ τό ἅλλο μέρος τῆς συζυγίας καί νά διαλυθῆ ἡ οἰκογένεια»[8].
   Τό ἀπόσπασμα εἶναι ἐλλιπές, διότι ἔχει συνέχεια πού δείχνει σαφέστερα τόν ποιμαντικό στόχο αὐτῆς τῆς διδασκαλίας τοῦ Γέροντος Σωφρονίου. Παρά ταῦτα ὁ προσεκτικός καί ἀμερόληπτος ἀναγνώστης καί ἀπό τό ἐλλιπές ἀπόσπασμα συλλαμβάνει τό νόημα τῆς διδασκαλίας.
   Αὐτήν λοιπόν τήν διακριτικότατη διδασκαλία τοῦ Γέροντος Σωφρονίου ὁ π.Ἰ.Δ. τήν χαρακτήρισε «ἀνοησία»[9]. Στήν συνέχεια μάλιστα παρερμηνεύοντας τούς λόγους της καί ἀποδίδοντας αὐθαίρετα τήν διδασκαλία στόν Μητροπολίτη Ναυπάκτου καί ὄχι στόν Γέροντα Σωφρόνιο, γράφει:
«Ἔχομεν πλῆθος ἐγγάμων Ἁγίων, μεταξύ τῶν ὁποίων καί ζεύγη ἐγγάμων Ἁγίων. Δέν ὑπάρχουν ἁγιογραφικά καί Πατερικά ἐρείσματα τῆς πεπλανημένης διδασκαλίας τοῦ κ. Ἱεροθέου ὅτι πρέπει νά σταματᾷ ἡ προσευχή τῶν ἐγγάμων καί ἰδιαιτέρως ἡ «νοερά προσευχή», ἡ ὁποία εὐκόλως ἀποκρύπτεται ἀπό τό ἕτερον μέρος τῆς συζυγίας, ὅταν ἀπαιτοῦν τοῦτο εἰδικαί συνθῆκαι συμβιώσεως»[10].
Σέ ἄλλο σημεῖο ἐπίσης γράφει:
    «Ὁ Ναυπάκτου φρονεῖ αἱρετικῶς καί κακοδόξως, ὅτι ἡ πραγματική προσευχή εἶναι δυνατόν νά γίνῃ αἰτία διαλύσεως τῆς οἰκογενείας. Τί νά εἴπω; Μένω ἄναυδος. Τό μεγαλύτερον μέσον διά νά διατηρηθῇ ἡ οἰκογένεια εἶναι ἡ δύναμις τῆς προσευχῆς, ὅπως καί διά τήν ἀντιμετώπισιν πάσης ἄλλης ἀνάγκης, ὑλικῆς καί πνευματικῆς»[11].
   Αὐτή εἶναι μιά ἰδεολογική ἄποψη γιά τήν προσευχή, ἀφοῦ τήν ἀξιολογεῖ μόνο ἀπό τούς καρπούς της μέ γενικόλογες ὠφελιμιστικές διατυπώσεις, παραθεωρώντας τελείως τίς προϋποθέσεις, τίς μορφές καί τίς φάσεις της. Περισσότερα ὅμως θά ποῦμε παρακάτω.
Πρίν ἐπισημάνουμε τίς παρανοήσεις καί παρερμηνεῖες τῆς διδασκαλίας τοῦ Γέροντος Σωφρονίου θεωροῦμε χρήσιμο νά παραθέσουμε τήν συνέχεια τοῦ ἀποσπάσματος πού χρησιμοποίησε περικεκομμένο ὁ π.Ἰ.Δ.. Καταγράφει λοιπόν ὁ Μητροπολίτης Ναυπάκτου στήν συνέχεια τῶν προτάσεων: «... εἶναι καλύτερα νά σταματήση ἡ προσευχή, παρά νά διακοπῆ ἡ ἐπικοινωνία μέ τό ἅλλο μέρος τῆς συζυγίας καί νά διαλυθῆ ἡ οἰκογένεια»:
«...Ἄν διαλυθῆ ἡ οἰκογένεια, τότε ὁ ἄνδρας θά ζητήση ἄλλη γυναίκα καί πιθανόν ἡ γυναίκα ἄλλον ἄνδρα καί τότε χάνεται καί ἡ προσευχή. Ὁπότε καί ἡ οἰκογένεια διαλύεται καί ἡ προσευχή χάνεται. Χρειάζεται διακριτικός συντονισμός πνευματικῆς ζωῆς καί ἐγγάμου ζωῆς ἀπό ἔμπειρο Πνευματικό Πατέρα»[12].
   Ἡ παραπάνω συνέχεια τοῦ ἀποσπάσματος, τήν ὁποία ἀποσιώπησε ὁ π.Ἰ.Δ., δείχνει καθαρότατα τόν ποιμαντικό στόχο τῆς διδασκαλίας τοῦ Γέροντος Σωφρονίου.  Εἶναι ἀπόσταγμα πείρας. Βασίζεται σέ πραγματικά γεγονότα. Δέν εἶναι θεωρητικές ἀπόψεις περί τῆς ὠφελιμότητος τῆς προσευχῆς.
Κάποιες παρατηρήσεις πάνω σέ ὅλα τά παρατεθέντα θεωροῦμε ὅτι εἶναι ἀπαραίτητες.
1. Ὁ Γέροντας Σωφρόνιος μιλᾶ γιά κάποιους πού «θέλουν νά συνδυάσουν τήν ἔγγαμη ζωή μέ τήν γλυκύτητα τῆς προσευχῆς, ὅπως τήν ζοῦν οἱ ἀσκητές». Δέν μιλᾶ γενικά γιά τήν προσευχή. Μιλᾶ εἰδικά γιά τήν προσευχή «ὅπως τήν ζοῦν οἱ ἀσκητές», δηλαδή γιά τήν νοερά προσευχή, ἡ ὁποία ἀπαιτεῖ εἰδικές ἐξωτερικές συνθῆκες καί ἐλευθερία ἀπό δεσμεύσεις καί ἐξαρτήσεις πού ἐκ τῆς φύσεώς της ἔχει ἡ ἔγγαμη ζωή.  Αὐτό δέν σημαίνει ὅτι ὁ Γέροντας ἀποκλείει ἤ σταματᾶ τήν προσευχή κάθε μορφῆς ἀπό τούς ἐγγάμους. Ἄλλωστε μιά ἀπό τίς βασικές διδασκαλίες τοῦ Γέροντος Σωφρονίου εἶναι ὅτι ἡ προσευχή ἔχει πολλές μορφές, ἀνάλογες μέ τήν κατάσταση τοῦ προσευχομένου. Στό βιβλίο του Ὁ ἅγιος Σιλουανός ὁ Ἀθωνίτης, γράφει:
 βββ«Ἡ προσευχή εἶναι δημιουργία, δημιουργία ὑψηλοτάτη, δημιουργία καί ποίησις κατ’ ἐξοχήν. Δυνάμει τούτου προσλαμβάνει αὕτη ἀπείρους μορφάς, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε ὑφίσταται δυνατότης τις διακρίσεως αὐτῆς εἰς εἴδη ἀναλόγως τῆς καταστάσεως ἤ κατευθύνσεως τῶν κυρίων πνευματικῶν δυνάμεων τοῦ ἀνθρώπου»[13].
   Ἐκτός αὐτῶν στήν προηγούμενη ἑνότητα ἀναφέραμε τήν διδασκαλία τοῦ Γέροντος Σωφρονίου, πού ἀφορᾶ ὅλους τούς Ὀρθοδόξους πιστούς –κληρικούς καί λαϊκούς– γιά τό ὅτι «Συνεχῶς πρέπει νά προσευχόμαστε, ἀκόμη καί ὅταν βαδίζουμε στόν δρόμο. Νά λέμε: “Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, σῶσον τόν κόσμον Σου καί ἐμέ”». Ἐπίσης, σέ πολλά κείμενά του ὁ Μητροπολίτης Ναυπάκτου ἐπισημαίνει τήν ἀναγκαιότητα τῆς προσευχῆς ἀπό τούς Χριστιανούς πού ζοῦν στόν κόσμο. Γιά παράδειγμα, σέ εἰδικό κεφάλαιο τοῦ βιβλίου του: Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ὡς ἀγιορείτης, γράφει:
«Στά ὅσα μέχρι τώρα ἀνέπτυξε ὁ ἅγιος Γρηγόριος φαίνεται καθαρά ὅτι ἡ προσευχή, πού ἑνώνει τόν ἄνθρωπο μέ τόν Θεό, πρέπει νά ἐπιτελῆται ἀπό ὅλους τούς ἀνθρώπους....
Ὡστόσο ὁ ἅγιος Γρηγόριος τόνιζε, ὅπως εἴδαμε προηγουμένως, ὅτι ἡ προσευχή καί γενικά ἡ πορεία τοῦ ἀνθρώπου πρός τήν ἀπάθεια ἔχει δύο ἐκφάνσεις. Διαφορετικά βιώνεται ἀπό τούς ἡσυχαστάς καί διαφορετικά ἀπό τούς Χριστιανούς πού ζοῦν στόν κόσμο. Ὅλοι ὅμως πρέπει νά τηροῦν τίς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ.
Στούς λόγους του “ὑπέρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων” φαίνεται ὅτι ὁμιλεῖ κυρίως γι’ αὐτούς πού ἐπέλεξαν τόν ἡσυχαστικό τρόπο ζωῆς. Ἐν τούτοις μέ μιά ἀνάλογη προσαρμογή αὐτό ἀναφέρεται σέ ὅλους, γιατί κοινή εἶναι ἡ ζωή τῶν Χριστιανῶν»[14].
   Χαρακτηριστικά στοιχεῖα ἀπό τό παραπάνω ἀπόσπασμα εἶναι ὅτι ἡ προσευχή «πρέπει νά ἐπιτελῆται ἀπό ὅλους», ὅμως ἡ ἡσυχαστική προσευχή θέλει «ἀνάλογη προσαρμογή» γιά νά ἐφαρμοστῆ ἔξω ἀπό τό περιβάλλον τοῦ ἡσυχασμοῦ, ἀφοῦ ἡ προσευχή καί ἡ πορεία πρός τήν ἀπάθεια «διαφορετικά βιώνεται ἀπό τούς ἡσυχαστάς καί διαφορετικά ἀπό τούς Χριστιανούς πού ζοῦν στόν κόσμο».
2. Ὁ Γέροντας Σωφρόνιος ἔχει ὑπ’ ὄψη του ἐγγάμους ἀνθρώπους πού ἐπιδιώκουν τήν προσευχή «ὅπως τήν ζοῦν οἱ ἀσκητές», ἀλλά, ἐπειδή δέν ἀπολαμβάνουν καρπούς λόγῳ τῶν συνθηκῶν τῆς ζωῆς τους, «στενοχωροῦνται καί ἀπελπίζονται». Γιά τούς ἀπελπισμένους ἀπό τήν ἀκαρπία τῆς προσευχῆς τους ἐπισημαίνει ὅτι πρέπει νά πάψουν αὐτό τό εἶδος τῆς προσευχῆς.
3. Ἡ ἀπελπισία ἀπό τήν ἀκαρπία τῆς προσευχῆς ὁδηγεῖ πολλούς ἐγγάμους σέ ὑπερβολές πού τούς ἀπομακρύνουν ἀπό τό ἄλλο μέρος τῆς συζυγίας. Οἱ «ἐκτενεῖς» προσευχές, ἡ ἀπομόνωση γιά μελέτη, οἱ συχνές «ἀποδημίες» σέ Μοναστήρια, καί τό κυριότερο, ἡ «σκυθρωπότητα τοῦ βίου» καί ἡ ἀπουσία κάθε εὐχάριστης διαθέσεως στήν ἐπικοινωνία μέ τό ἄλλο μέρος τῆς συζυγίας, ὅταν γίνονται ἄκριτα, χωρίς καθοδήγηση ἀπό ἔμπειρο πνευματικό πατέρα, διασποῦν τήν ἑνότητα καί συχνά χωρίζουν ψυχικά, συναισθηματικά ἤ καί σωματικά «οὕς ὁ Θεός συνέζευξεν».
   Σέ τέτοιες περιπτώσεις προέχει ἡ ἑνότητα ἐν Χριστῷ τῆς συζυγίας ἀπό τήν ἄσκηση τῆς ἀπελπισμένης ἄκαρπης προσευχῆς. Γιά παρόμοιες περιπτώσεις ὁ ἀπ. Παῦλος ἔγραφε: «δέδεσαι γυναικί; Μή ζήτει λύσιν»[15] καί «μή ἀποστερεῖτε ἀλλήλους, εἰ μή τι ἄν ἐκ συμφώνου πρός καιρόν, ἵνα σχολάζητε τῇ νηστείᾳ καί τῇ προσευχῇ καί πάλιν ἐπί τό αὐτό συνέρχησθε, ἵνα μή πειράζῃ ὑμᾶς ὁ Σατανᾶς διά τήν ἀκρασίαν ὑμῶν»[16]. Ἡ προσευχή στήν ὁποία ἀναφέρεται ὁ ἀπ. Παῦλος δέν εἶναι ἡ συνήθης στροφή τοῦ νοῦ πρός τόν Θεό, ἀλλά μιά ἔντονη προσευχή, συνδεδεμένη μέ νηστεία, ἡ ὁποία ἀπαιτεῖ μιά προσωρινή διακοπή σχέσεων. Ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ ἁγιορείτης μάλιστα διευκρινίζει ὅτι ἐδῶ δέν πρόκειται γιά τήν προσευχή πού πρέπει «ἀδιαλείπτως» νά κάνουν καί οἱ ἔγγαμοι Χριστιανοί, ἀλλά γιά μιά ἐπιτεταμένη προσευχή, ὅπως αὐτή στήν ὁποία πρέπει νά ἐπιδίδονται ὅλα τά μέλη τῆς Ἐκκλησίας κατά τήν διάρκεια τῶν καθιερωμένων νηστειῶν. Γι’ αὐτό ὑπογραμμίζει: «ὅθεν διά νά γίνεται ἡ προσευχή καί ἡ νηστεία σπουδαιοτέρα καί προθυμοτέρα, διά τοῦτο παραγγέλλει εἰς τά ἀνδρόγυνα ὁ Ἀπόστολος νά μή σμίγουν· διά τί ἡ σμίξις αὐτῶν, ἄν καί νά μήν εἶναι ἀκάθαρτος, (καθ’ ἑαυτήν δηλαδή, καί οὐχί διά τήν ἐμπαθῆ ἡδονήν) ἀλλ’ ὅμως προξενεῖ ἀσχολίαν, καί ἐμπόδιον εἰς τήν νηστείαν καί προσευχήν»[17].Τό «ἐκ συμφώνου πρός καιρόν» λοιπόν τοῦ ἀπ. Παύλου, γι’ αὐτήν τήν ἐπιτεταμένη προσευχή ἤ γιά τήν προσευχή «ὅπως τήν ζοῦν οἱ ἀσκητές», εἶναι συνεκτική δύναμη γιά τήν συζυγία.
   Ἡ ἐπίτευξη συμφωνίας βέβαια προϋποθέτει δύο πράγματα: Πρῶτον, ὅτι καί οἱ δύο σύζυγοι θέλουν νά «σχολάσουν» γιά νά ἐπιδοθοῦν στήν προσευχή καί τήν νηστεία, καί δεύτερον, ἀπαιτεῖται σέ κάποιο βαθμό καί ἀπό τούς δύο ἤ ἔστω ἀπό τόν ἕνα, ὑπέρβαση τοῦ ἰδίου θελήματος. Ὅταν κάποιος πού ἑλκύεται ἀπό τήν προσευχή, «ὅπως τήν ζοῦν οἱ ἀσκητές», ὑπερβῆ τό θέλημά του γιά τήν διαφύλαξη τῆς ἑνότητας τῆς συζυγίας, σύμφωνα μέ τήν ἐντολή τοῦ Χριστοῦ, αὐτός ἀνοίγει μέσα του τόπο γιά νά ἐνεργήση ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ. Τότε χωρίς μακρές ἀπομονώσεις καί σκυθρωπότητες ἐνεργεῖ μέσα του ἡ Χάρη τῆς προσευχῆς.
Γι’ αὐτό ὁ Γέροντας Σωφρόνιος δέν ἀπαγορεύει τήν προσευχή γενικά ἀπό τούς ἐγγάμους, ἀλλά λέει ὅτι σέ περιπτώσεις πού κινδυνεύει ὁ Γάμος «θά πρέπη νά τούς καθοδηγοῦμε διακριτικά καί νά τούς λέμε ὅτι εἶναι καλύτερα νά σταματήση ἡ προσευχή, παρά νά διακοπῆ ἡ ἐπικοινωνία μέ τό ἅλλο μέρος τῆς συζυγίας καί νά διαλυθῆ ἡ οἰκογένεια». Ὅταν ὁ ἕνας ἔχει ὀργή ἤ λύπη μέσα του ἀπό τήν στέρηση τῆς νόμιμης ἀνθρώπινης παρουσίας τοῦ ἄλλου, ὁ ἄλλος δέν μπορεῖ νά ἔχη εἰρήνη στήν καρδιά του καί «ἔγκαρπη» προσευχή. Σ’ αὐτές τίς περιπτώσεις ὁ πνευματικός δέν ἐπεμβαίνει μέ ἀπολυτότητα, ἀλλά διακριτικά. Δέν ἐπιβάλλει, ἀλλά καθοδηγεῖ, ὥστε νά κατανοήση ὁ «προσευχόμενος» ἔγγαμος τίς προτεραιότητες.
Ἡ πεμπτουσία τῆς σχετικῆς διδασκαλίας τοῦ Γέροντος Σωφρονίου βρίσκεται στήν τελευταία πρόταση τῆς σχετικῆς διδασκαλίας του, στήν ὁποία λέει: «Χρειάζεται διακριτικός συντονισμός πνευματικῆς ζωῆς καί ἐγγάμου ζωῆς ἀπό ἔμπειρο Πνευματικό Πατέρα». Κι  αὐτό γιά νά μή σβήση τό πνεῦμα τῆς προσευχῆς καί γενικά τῆς πνευματικῆς ζωῆς ἀπό τίς ἐγκόσμιες μέριμνες τοῦ ἐγγάμου βίου, οὔτε νά διαλυθῆ ὁ Γάμος ἀπό ἀδιακρισίες στήν πνευματική ζωή.
Αὐτή ἡ τελευταία πρόταση, ὅπως εἴδαμε, ἀποσιωπήθηκε ἀπό τό ἀπόσπασμα πού παρέθεσε καί ὑβριστικά σχολίασε ὁ π.Ἰ.Δ.. Ἴσως γιατί δέν μποροῦσε νά συντονιστῆ μέ τήν κριτική πού ἤθελε νά ἀσκήση στόν Μητροπολίτη Ναυπάκτου ὁ ἀμυνόμενος θυμός του.



[1]. Α΄ Κορ. 13, 5.
[2]. Βλέπε, Ἀρχιμ. Σωφρονίου, Γράμματα στή Ρωσία, ἐπιστολή 47, σ. 216-219.
[3]. Μάρκ. 9, 50.
[4]. Ματθ. 19, 6 καί Μάρκ. 10, 9.
[5]. Ρωμ. 12, 18.
[6]. Κολ. 3, 19.
[7]. Α΄ Κορ. 7, 27.
[8]. Ἡ θεολογική τραγωδία..., σ. 69.
[9]. ἔνθ. ἀνωτ.
[10]. ἔνθ. ἀνωτ.
[11]. ἔνθ. ἀνωτ. σ. 70.
[12]. Οἶδα ἄνθρωπον ἐν Χριστῷ, σ. 314.
[13]. Ἀρχιμ. Σωφρονίου, Ὁ ἅγιος Σιλουανός ὁ Ἀθωνίτης, 1995, σ. 169.
[14]. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ὡς ἁγιορείτης, σ. 178.
[15]. Α΄ Κορ. 7, 27.
[16]. ἔνθ. ἀνωτ. 7, 5.
[17]. ἁγ. Νικοδήμου, Ἑρμηνεία εἰς τάς ΙΔ΄ ἐπιστολάς τ

Δεν υπάρχουν σχόλια: