Παρασκευή, 11 Δεκεμβρίου 2015

ΣΧΟΛΙΑ ΣΕ ΜΙΑ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΤΡΑΓΩΔΙΑ

ΜΙΑ ΓΕΝΙΚΗ ΘΕΩΡΗΣΗ ΤΗΣ
ΣΥΓΓΡΑΦΗΣ ΤΟΥ π.ΙΩΑΝΝΟΥ ΔΙΩΤΗ

π. Θωμάς Βαμβίνης [1ον ΜΕΡΟΣ]

   Στήν εἰσαγωγή δώσαμε ὁρισμένα γενικά χαρακτηριστικά της κριτικῆς πού ἀσκεῖ ὁ π. Ἰωάννης Διώτης (στήν συνέχεια π.Ι.Δ) στά δύο πολύ σημαντικά βιβλία τοῦ Σέβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου κ. Ἰεροθέου: Ὀρθόδοξη ψυχοθεραπεία καί Οἶδα ἄνθρωπον ἐν Χριστῷ.

Πρίν προχωρήσουμε στήν κριτική τῆς κριτικῆς του, ἐπικεντρώνοντας τήν προσοχή μας σέ ὁρισμένα μόνο σημεῖα της, ἴσως τά πιό ἀντιπροσωπευτικά τῶν ποιμαντικῶν καί θεολογικῶν ἀπόψεων τοῦ π.Ι.Δ., θά κάνουμε μία γενική παρουσίαση τοῦ βιβλίου του, προκειμένου νά ἔχη ὁ ἀναγνώστης μία συνολική εἰκόνα του, ὥστε νά μπορῆ εὐκολότερα νά ἀντιληφθῆ τήν ποιότητα καί τό ἦθος τῆς συγγραφῆς του.

Μέσα ἀπό τά σημεῖα πού ἐπιλέξαμε νά σχολιάσουμε πιστεύουμε ὅτι δίνονται ἀπαντήσεις καί στόν «ὁρμαθό» ὅλων τῶν ἄλλων κρίσεών του -μᾶλλον κατακρίσεών του-πάνω σέ σημαντικές ἀπόψεις τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου, ἀλλά καί τοῦ Γέροντος Σωφρονίου Σαχάρωφ.


α. Τό ἦθος τῆς συγγραφῆς

Εἶναι πολύ σημαντικό πράγμα τό τί λέει κανείς, ἀλλά ἐξίσου σημαντικό εἶναι καί τό πώς τό λέει. Τό ἦθος μίας συγγραφῆς ἐξαρτᾶται καί ἀπό τά δύο. Καί τό τί γράφει κανείς καί τό πώς τό γράφει συνιστοῦν τό συγγραφικό του ἦθος.

Τό πόνημα τοῦ π.Ι.Δ. πάσχει καί στά δύο. Ἄς δοῦμε ὅμως μερικά πράγματα εἰδικότερα, ἐπισημαίνοντας κατ' ἀρχήν ὁρισμένες βασικές προϋποθέσεις μίας ὀρθόδοξης θεολογικῆς κριτικῆς:

Πρῶτον, ὁ κριτής θά πρέπη νά ἔχη σαφῆ καί ὀρθόδοξα θεολογικά κριτήρια. Οἱ ἀπόψεις του, δηλαδή, δέν πρέπει νά ἀντιβαίνουν πρός «τάς τῶν Ἁγίων θεοπνεύστους θεολογίας καί τό τῆς Ἐκκλησίας εὐσεβές φρόνημα», σύμφωνα μέ τήν διατύπωση τοῦ Συνοδικοῦ της Ὀρθοδοξίας. Τό βιβλίο τοῦ π.Ι.Δ. παρουσιάζει σ' αὐτό τό σημεῖο κραυγαλέο ἔλλειμμα, τό ὁποῖο θά φανῆ ἐναργέστατα στά ἑπόμενα κεφάλαια.

Δεύτερον, κίνητρο τῆς κριτικῆς θά πρέπη νά εἶναι ἡ ἀγάπη πρός τήν ἀλήθεια, ἡ ὁποία γιά ἐμᾶς ταυτίζεται μέ τό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. Δέν εἶναι ἐπωφελές ἐκκλησιαστικά, θεολογικά, ἀλλά πρό παντός προσωπικά γιά τόν κρίνοντα, νά ὑπάρχη στήν κριτική τοῦ ἑτερογενές κίνητρο. Ὁ π.Ι.Δ. πάντως, ὅπως σημειώσαμε στήν Εἰσαγωγή καί ὅπως προκύπτει ἀπό τά γραφόμενά του, κινεῖται στήν κριτική τοῦ ἄφ' ἑνός μέν ὡς ὑπερασπιστής -κατά τήν ἀτομική ἐκκλησιολογική τοῦ ἀντίληψη- τῆς Ι. Μονῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος Ναυπάκτου καί ἄφ' ἑτέρου ὡς ἀμυνόμενος γιά προσβολή πού τοῦ ἔγινε -ὅπως ἰσχυρίζεται- ἀπό τήν δημοσιοποίηση ἐπιστολῆς τοῦ μακαριστοῦ Ἀρχιμανδρίτου Ἀρσενίου Κομπούγια.

Τρίτον, τό ἦθος τῆς κριτικῆς θά πρέπη νά διακρίνεται ἀπό σεβασμό πρός τόν κρινόμενο. Μπορεῖ νά κάνη κανείς σκληρότατη κριτική σέ ἀπόψεις, χωρίς νά φεύγη ἔξω ἀπό τά ὅρια τοῦ σεβασμοῦ τῆς προσωπικότητας καί τοῦ θεσμικοῦ ρόλου τοῦ κρινόμενου. Ἡ ὀρθόδοξη θεολογική κριτική δέν ἐγκαταλείπει τό εὐαγγελικό ἦθος, τόν πράο καί ἐποικοδομητικό λόγο. Δέν καταφεύγει, ὁ ἀγωνιζόμενος ὑπέρ τῆς ἀληθείας, σέ ὕβρεις, σέ πεζοδρομιακές ἐκφράσεις ἤ σέ ταραχώδη λόγια πού ταιριάζουν μόνο σέ φανατισμένες ποδοσφαιρικές κερκίδες. Ἐκφράζεται μέ σεβασμό καί εὐγένεια, ὅπως ἐκφραζόταν ὁ ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς στόν Βαρλαάμ, πρός τόν ὁποῖο ἔγραφε:

«Μή δή πρός ἠμᾶς ἀπεχθῶς σχοίης, μηδ' ἀνής φιλῶν ἤ πρότερον, καθάπερ δή καί ἠμεῖς οὕτω γάρ, εἰ καί τά τῶν λόγων ἠμίν οὕτω συμβάν ἀντιτέτακται ἄλλ' ἐν τῷ φιλούντι τῆς ψυχῆς ἀδιαλώβητον ἔξομεν τό τῆς εἰρήνης καλόν...». Καί συνεχίζει δείχνοντας τήν μεγάλη ἀγάπη του πρός τόν ἀντίπαλό του, ἀλλά καί τό μεγαλεῖο της ψυχῆς τοῦ ἡσυχαστῆ Πατέρα, ἀπό τόν ὁποῖο ἔχει ἀπομακρυνθῆ κάθε πνεῦμα ταραχῆς καί τραχύτητας. Συνεχίζει λοιπόν ὁ Ἅγιος: «..εἴη, σοφώτατε ἀνδρῶν, οὐκ ὀκνήσαιμι δ' ἄν εἰπεῖν καί φιλούντων τέ καί φιλουμένων ἄριστε, καί ἰδεῖν ἠμᾶς ἀλλήλους καί περιχυθῆναι ἀλλήλοις καί δί' ἀλλήλων ἀσπασμόν ἠμίν γενέσθαι τόν αὐτόν ἐν ἁγίω φιλήματι»6.

Τό παραπάνω ἀπόσπασμα ἀπό ἐπιστολή τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ σχολιάζει ὁ Μητροπολίτης Ναυπάκτου μέ τόν ἀκόλουθο τρόπο:

«Ἐδῶ φαίνεται ὅτι παρά τόν ἔλεγχο πού κάνει στόν Βαρλαάμ γιά τίς ἐσφαλμένες ἰδέες τοῦ πάνω σέ σοβαρά θεολογικά ζητήματα, ἐν τούτοις διατηρεῖ τήν ἴδια ἀγάπη πρός αὐτόν. Τόν ἀποκαλεῖ σοφώτατον ἄνδρα, ἄριστον τῶν φιλούντων καί φιλουμένων, καί τονίζει ὅτι παρά τήν διαμάχη θά διατηρηθῆ ἡ κατάσταση τῆς εἰρήνης. Συγχρόνως ἐκφράζει τήν ἐπιθυμία νά συναντηθοῦν καί νά ἀσπασθοῦν ἐν ἁγίω φιλήματι. Ὅλα αὐτά προϋποθέτουν μία ψυχή πού ἔχει εἰρήνη καί ἡσυχία. Λόγω αὐτῆς τῆς ἡσυχαστικῆς ζωῆς μπορεῖ νά ἐλέγχη τήν κακοδοξία καί συγχρόνως νά διαφυλάττη τήν εἰρήνη καί τήν ἀγάπη»7. Δυστυχῶς, τό βιβλίο τοῦ π.Ι.Δ. δέν ἀποπνέει τήν εἰρήνη καί τήν ἀγάπη τοῦ ἡσυχαστῆ πατέρα. Ἀντίθετα, δονεῖται ἀπό ταραχοποιό πνεῦμα, πού τοῦ ἀφαιρεῖ σύν τοῖς ἄλλοις κάθε σοβαρότητα, ἡ ὁποία πρέπει νά διακρίνη μία ὀρθόδοξη θεολογική κριτική.

   Γιά τοῦ λόγου τό ἀληθές καταγράφουμε μερικές ἀπό τίς ἐκφράσεις του. Οἱ σελίδες παραπέμπουν στό βιβλίο τοῦ π.Ι.Δ..

«Διακρίνεται ἀπό ἀσυνάρτητον πρωτοτυπομανίαν μεταξύ τῶν ἄλλων σχοινοβασιῶν καί ἀκροβασιῶν του...» (σελ. 16).

«Ἐδημιούργησε  μίαν  τραγελαφικήν  σύγχυσιν» (σελ. 16).

«Ἐν τή ἀγνοία καί τή φραστική ἐπιπολαιότητι τοῦ Ναυπάκτου προσβάλλεται ὁ Θεός» (σελ. 18).

«Ὁ κ. Ἰερόθεος εἶναι ‘ἀγελαῖος’, ὡς πολυασθενής» (σελ. 20).

«Ἡ φραστική θεραπευτομανία εἶναι γέννημα τῆς πρωτοτυπομανίας τοῦ κ. Ἰεροθέου» (σελ. 25).

«Ἀλλοπρόσαλλος καί τραγελαφική ἡ κατάστασις...» (σελ. 26).

«Μία συγκεχυμένη, ἀσυνάρτητος, ἀνερμάτιστος, ἀδιανόητος καί ἀκατανόητος ψευδοθεωρία. Πρωτοφανής συγγραφική ἐπιπολαιότης» (σελ. 27).

«Παραπαίει, πλανᾶται καί αὐτοσχεδιάζει ὁ Ναυπάκτου» (σελ. 27).

«Τά παραδοξολογήματά του. Εἶναι ἄχαρις καί ἀνιαρός ὁ σχολιασμός εἰς ἀεροβατικά κείμενα» (σελ. 27).

«Αὐτοεμπλέκεται μέ τούς παραλογισμούς τοῦ» (σελ. 28).

«Τραγελαφικά πράγματα. Παρανοϊκή κατάστασις. Πλάναι ἐπί πλανῶν» (σελ. 29).

«Ἐδημιούργησε συγκεχυμένον χάος ἀγνωσίας» (σελ. 30).

«‘Τρικυμία ἐν κρανίω’  τινί ὑπάρχει» (σελ. 31) [Ἐννοεῖ τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου].

«Αὐτός ὁ ἄνθρωπος, ὑπαρχόντων καί τόσων ἄλλων τερατουργηματικῶν προϊόντων της γραφίδος του, προβάλλεται ὡς διακεκριμένος καί κορυφαῖος θεολόγος συγγραφεύς» (σελ. 34).

«Τραγέλαφος... Σύγχυσις, ἀκαταστασία καί ἀσυναρτησία ὑπάρχουν εἰς τά ἰδικά του, τά προσωπικά τοῦ κείμενα» (σελ. 34).

«Κατ' αὐτή τήν χονδροειδῆ ἄγνοιαν καί τήν κακόδοξον πλάνην τοῦ ‘σοφοῦ’ Ναυπάκτου...» (σελ. 35).

«Εἶναι ἄχαρις καί ἀνιαρός ὁ σχολιασμός κειμένων τοιούτου ἐπιπέδου. Τί νά εἴπω; Φαιδρότης! Καί πάλιν ἐπιπολαιότης! Καί πάλιν ἀνευθυνότης!» (σελ. 43).

«Σκέπτεται τί λέγει καί τί γράφει ὁ Δεσπότης τῆς Ναυπάκτου;... Μόνον ἀκρισία. Μόνον ἀπερισκεψία;(σελ. 49).

«Εἶναι προκλητικός ὁ Ναυπάκτου. Τά ὅσα γράφει (γιά τόν π. Σωφρόνιο) προκαλοῦν θυμηδίαν» (σελ. 50).

«Τά ἐν τῷ βιβλίω τοῦ διεσπαρμένα ἐξωπραγματικά φαντασιοκοπήματα τοῦ Ναυπάκτου» (σελ. 51).

«Ὁ Ναυπάκτου εὑρέθη ἐκτός πάσης σοβαρότητος. Ἀσεβεῖ πρός τό ἄκτιστον Φῶς μέ τά ἀνόητα, κακόδοξα, πλάνα καί αἱρετικά αὐτά θεολογήματά του» (σελ. 52).

«Μέ ὅλα αὐτά τά τερατωδῶς ἀνόητα, ὁ Ναυπάκτου ἐπελαγοδρόμησε καί τελικῶς ἐβυθίσθη εἰς τά θολά ὕδατα μίας θεολογικῆς ἀνυποληψίας. Ἄς παύση νά ἐρευνᾶ τά θεία καί ὑπερφυσικά μικροβιολογικῶς καί ὀρθολογιστικῶς ἀπό οἴησιν ἐν πλάνη» (σελ. 53).

«Εἶναι μία ἀνεξέλεγκτος σύγχυσις, εἶναι ἐν «κομφούζιον» (= «χαώδης, μπερδεμένη κατάστασις») καί προδίδουν μίαν διαταραχήν τοῦ ἐσωτερικοῦ του κόσμου, κατά τήν διαίσθησίν μου. Θλιβερά ὅλα αὐτά δί' αὐτόν καί προσβλητικά του Ἐπισκοπικοῦ κύρους» (σελ. 53).

«Ἀπώλεσε τά μέτρα ὀρθῆς κρίσεως καί ἐπαρκοῦς θεολογικῆς σκέψεως, ὡς δύναμαι νά συμπεράνω» (σελ. 54).

«Ἀνοησία ἐπί τῆς ἀνοησίας. Δέν ἐντρέπεται ὁ Ναυπάκτου ὅταν γράφη καί διαδίδη αὐτά τά ἐκτρωματικά;» (σελ 55).

«Ἄς σοβαρευθῆ ὁ Ναυπάκτου, ἐπί τέλους» (σελ.55).

«Ἀγαπητοί ἀναγνῶσται, τί νά σχολιάσω; Αὐτά εἶναι διά τούς μάγους, τά μέντιουμ καί τάς ὁραματίστριας» (σελ. 55). [Ἀναφέρεται στίς πνευματικές ἐμπειρίες τοῦ Γέροντος Σωφρονίου].

«Τί ἀλλοπρόσαλλα καί τί ἀλλόκοτα καί τί τραγελαφικά εἶναι αὐτά, τά ὁποία γράφει ὁ πολυγράφων Μητροπολίτης;» (σελ. 56).

«Ὄλας τάς δαιμονικᾶς φαντασιώσεις τοῦ Σωφρονίου ὁ Ναυπάκτου θεωρεῖ αὐτᾶς ὡς θείας ἀποκαλύψεις. Ὁ Ναυπάκτου ἔχει ἀνάγκην ἔντονου περισυλλογῆς καί αὐτοεξετάσεως, μετά πολλῆς ταπεινώσεως καί προσευχῆς, διά νά διακριβώση μήπως ὠρισμέναι σκέψεις καί κρίσεις τοῦ εἶναι δαιμονοκίνητοι» (σελ. 56).

«Ἐπειδή ὁ π. Σωφρόνιος τοιαῦτα ἐφρόνει περί τοῦ ἑαυτοῦ του, τά ὁποία ὁ Ναυπάκτου ἐπιβεβαιώνει (πόθεν;) καί διακηρύσσει, ὁ Δεσπότης παρεσύρθη ἀπό δαιμονικήν τινά ἐπήρειαν, ὡς δύναμαι νά συμπεράνω, διά νά γράψη καί νά γνωστοποιήση παντοῦ αὐτά τά δαιμονοφαντάσματα» (σελ. 59) .

«Εἶναι ἐκτρωματικά αὐτά καί τρομακτικά δί' ἕνα Ἐπίσκοπο. Τί συμβαίνει μέ τόν Ναυπάκτου;» (σελ. 59).

«Ἡ θεολογική κατάστασις τοῦ Ναυπάκτου εἶναι ἀφόρητος. Ἀνιαρά καί πληκτική ἡ ἀντιμετώπισίς της» (σελ.64-65).

«Ἀκουέτω ὁ Ναυπάκτου, μήπως ἐπί τέλους συναισθανθῆ τούς συνεχεῖς ἐκτροχιασμούς τοῦ ἐν τή θεολογική πορεία του καί παύση τάς αἱρετικᾶς διδασκαλίας τοῦ» (σελ. 67).

«Ἄλλη ἀνοησία αὐτή τοῦ ‘ἁγίου’ Σωφρονίου καί τοῦ Ναυπάκτου κ. Ἰεροθέου» (σελ. 69).

«Πῶς νά ἐξηγηθοῦν αὐτά τά πεπλανημένα καί παρατράγουδα τοῦ Ναυπάκτου; Δέν πρόκειται μόνον περί τῆς ἐνταύθα ἀνεπίτρεπτου ἀλλοιώσεως τῆς νοερός προσευχῆς. Τά ἄτοπα καί τά ἀθεολόγητα τοῦ κ. Ἰεροθέου εἶναι πολλά» (σελ.72).

«Ἀνόητος δεσποτοκρατική ἀντίληψις" (σελ. 72). «Καινοφανής καί νεοδίδακτος ‘ἀερολογία’» (σελ.73).

«Τραγέλαφος. Τέρας μέ δύο ὄψεις, τράγου καί ἐλάφου. Τίς μοί δώση σοφίαν, ἴνα κατανοήσω τά ἀκατανόητα καί ἄσοφά του ἀσόφου ‘σοφοῦ’ Ἐπισκόπου κ. Ἰεροθέου Βλάχου;» (σελ. 73).

«Ὑπάρχει τεταραγμένη σύγχυσις...» (σελ. 74).

«Καί ἄλλη ἀνοησία» (σελ. 79).

«Σεβασμιότατε, πώς ἀντέχετε τά τόσα συγγραφικά ἀτυχήματά σας, δυστυχήματά σας, ὀλισθήματά σας, ἀτοπήματά σας καί παθήματά  σας;» (σελ. 79).

«Ἀντιλαμβάνεσθε τώρα τήν ἔλλειψιν σοβαρότητος;» (σελ. 81).

«Ἀκουέτωσαν ταῦτα καί οἱ θαυμαστοί του Ναυπάκτου, ἐάν ὑπάρχουν. Ἀρκεῖ καί μόνον ὁ σχολιασμός αὐτός διά νά ἐκτιναχθῆ ὁ Ναυπάκτου ἀπό τήν προσωπικήν του μακαριότητα τῆς θεολογικῆς ψευδό-αὐταρκείας του καί τῆς συγγραφικῆς εὐωχίας τοῦ» (σελ. 82).

«Παραλογισμός καί ἀπογοήτευσις. Ἀπερίγραπτος ἡ κατάστασις... Σεβασμιώτατε κ. Ἰερόθεε ἀνασυνταραχθῆτε καί κατατρομάξατε διά τήν σκεπτικήν συσκότισίν σας» (σελ. 89).

«Τό ἀντιφατικόν καί ἀκατάστατον τῶν σκέψεων αὐτοῦ» (σελ. 90).

«Ἀλλοπρόσαλλος κατάστασις» (σελ. 91).

 Ὅλα αὐτά -καί ἄλλα πολλά παρόμοια- γράφονται ἀπό ἕναν Πρεσβύτερό της Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ γιά ἕναν ὀρθόδοξο Ἐπίσκοπο, πού ἐπαναδιατυπώνει στίς μέρες μας τήν θεραπευτική παράδοση τῶν ἁγίων Πατέρων μέ πιστότητα, θεολογική ἐγρήγορση καί ποιμαντική εὐαισθησία.

Πολλές ἀπό τίς ταραχώδεις ἀπορριπτικές ἐκφράσεις τοῦ π.Ι.Δ. ἀφοροῦν διδασκαλίες τῶν ἁγίων Πατέρων, τίς ὁποῖες -ἐλπίζουμε ἐν ἀγνοία- θεώρησε ἀτομικές ἀπόψεις τοῦ Σέβ. Μητροπολίτου Ἰεροθέου, πού κατά τήν γνώμη τοῦ ἔπρεπε νά ἐξυβρίση.

β. Ἡ δομή τοῦ βιβλίου

Τό βιβλίο ἔχει 166 σελίδες καί χωρίζεται σέ ἔξι μέρη, μαζί μέ τόν Πρόλογο, τό Ἐπιλογικό σημείωμά του, καθώς καί ἕνα τελευταῖο μέρος μέ κείμενα, πού ἀφοροῦν κυρίως τόν ἴδιο τόν π.Ι.Δ. -μία «εἰρηνευτική» ἐπιστολή του καί διάφορες τιμητικές διακρίσεις του- πού εἶναι ἄσχετα (ἤ καί σέ πλήρη ἀσυμφωνία) μέ τήν κριτική πού ἐπιχειρεῖ. Οἱ χαρακτηριστικοί τίτλοι τῶν ἄλλων τριῶν μερῶν -ἐνδεικτικοί του ἤθους τῆς κριτικῆς τοῦ- εἶναι οἱ ἑξῆς: Ἡ Θεολογική τραγωδία τοῦ Ναυπάκτου Ἰεροθέου, Τό ἀθεολόγητον ἦθος τοῦ Ναυπάκτου καί Κριτική τοῦ Ναυπάκτου ὑπό ἁρμοδίων.

Σχέση μέ τήν κριτική τῶν βιβλίων τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου ἔχει μόνον τό πρῶτο μέρος, ἀπό τό ὁποῖο βέβαια δέν ἀπουσιάζουν καί ἄσχετες μέ τήν κριτική παρεκβάσεις. Τά ἄλλα δύο μέρη ἀφοροῦν τήν Ι. Μονή Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος Ναυπάκτου, τήν ὑπεράσπιση τῆς ὁποίας μετά ζήλου ἔχει ἀναλάβει ὁ π.Ι.Δ.. Συγκεκριμένα:

Στό μέρος πού τιτλοφορεῖται: «Τό ἀθεολόγητον ἦθος τοῦ Ναυπάκτου» γίνεται δημοσιογραφικός σχολιασμός κειμένων καί γεγονότων πού συνδέονται μέ τίς ἀντικανονικές ἐνέργειες τοῦ -ἤδη ἔκπτωτου- Ἡγουμένου καί Ἡγουμενοσυμβουλίου τῆς Μονῆς. Γεγονότα πού ἐνέπλεξαν καί κάποιους παράγοντες τῆς τοπικῆς κοινωνίας. Ὁ δημοσιογραφικός σχολιασμός τοῦ π.Ι.Δ. ἔχει ὅλα τά χαρακτηριστικά της στρατευμένης δημοσιογραφίας.

Στό μέρος πού τιτλοφορεῖται: «Κριτική τοῦ Ναυπάκτου ὑπό ἁρμοδίων» προβάλλονται ἀπό τόν π.Ι.Δ. ὡς ἁρμόδια τέσσερα σεβαστά πρόσωπα, τά ὁποῖα ὅμως δέν κάνουν καμμία κριτική τοῦ θεολογικοῦ ἔργου τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου. Σχετίζονται μέ ἄλλα θέματα.

Συγκεκριμένα:

Ὡς πρῶτος ἁρμόδιος προβάλλεται ὁ μακαριστός Μητροπολίτης Μεσσηνίας κυρός Χρυσόστομος γιά θέματα ὅμως πού δέν σχετίζονται μέ τά βιβλία Ὀρθόδοξη ψυχοθεραπεία καί Οἶδα ἄνθρωπον ἐν Χριστῷ. Ὁ μακαριστός Μητροπολίτης Μεσσηνίας ἦλθε σέ ἀντίθεση μέ τόν Μητροπολίτη Ναυπάκτου γιά τό θέμα τῆς μνημόνευσης τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος ἀπό τούς Μητροπολίτες τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος καί σέ ἄλλα παρεμφερῆ μέ αὐτό θέματα, στά ὁποῖα ὁ Μητροπολίτης Ναυπάκτου κράτησε σθεναρή στάση ὑπέρ τῶν Ἱερῶν Κανόνων καί τῆς καλῆς σχέσεως τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος μέ τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο.

Παρά τίς ὕβρεις πού κατά καιρούς ἄκουσε (καί τίς ἐπαναλαμβάνει ὁ π.Ι.Δ.), τελικά ἡ στάση τοῦ Σέβ. Ἰεροθέου καί οἱ νηφάλιες ἀπόψεις τοῦ δικαιώθηκαν ἀπό τήν ἐξέλιξη τῶν πραγμάτων. Σέ αὐτές τίς θέσεις πού διατύπωσε γραπτῶς καί προφορικῶς -μέ προσωπικό κόστος, ἀλλά καί πιστότητα στά καταστατικά κείμενα, δηλαδή στόν Συνοδικό Τόμο τοῦ 1850 καί τήν Συνοδική Πράξη τοῦ 1928-κατέληξε τελικά ἡ Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, προκειμένου νά λυθοῦν τά προβλήματα πού προέκυψαν, ἀφοῦ ἐνδιαμέσως κλυδωνίσθηκε ἀρκετά τό σκάφος τῆς Αὐτοκέφαλου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Ὅσο γιά τόν βαρύ χαρακτηρισμό «ψευδολόγος», πού προσάπτει ὁ μακαριστός Μεσσηνίας στόν Μητροπολίτη Ναυπάκτου καί τόν ἐπαναλαμβάνει ὁ π.Ι.Δ., τά πρακτικά τῆς Ἱερᾶς Συνόδου ἔδειξαν τήν ἀλήθεια ὅσων ἔλεγε ὁ Μητροπολίτης Ναυπάκτου.

Ὁ Μητροπολίτης Ναυπάκτου μάλιστα, μέ βάση τά πρακτικά τῆς Ἱερᾶς Συνόδου καί ἄλλα σχετικά κείμενα, ἔγραψε τρία πολυσέλιδα κείμενα -ἐπιστολιμαῖες ἀπαντήσεις-διατριβές- μέ τά ὁποία ἀναίρεσε ὅσα ἐναντίον τοῦ εἶχε ὑποστηρίξει ὁ μακαριστός Μητροπολίτης Μεσσηνίας. Πρόκειται γιά τρεῖς μελέτες, πού στάλθηκαν στούς Ἀρχιερεῖς καί στήν συνέχεια τυπώθηκαν σέ τομίδια μέ τούς ἑξῆς τίτλους: «Περί διαφόρων ἀποριῶν, ἤγουν περί ἐκκλησιαστικοῦ φρονήματος», «Κανονική ἀπάντηση» καί «Ἐπεκτάσεις». Ὁ π.Ι.Δ. παραθεωρεῖ τελείως αὐτά τά πολύ σημαντικά κείμενα, στά ὁποῖα ἀποδεικνύεται ἄφ' ἑνός μέν ὅτι ὅσα ἔλεγε ὁ Μητροπολίτης Ναυπάκτου ἦταν ἀλήθεια, ἄφ' ἑτέρου δέ ὅτι οἱ προτάσεις του γιά τήν ἀντιμετώπιση τῶν προβλημάτων πού εἶχαν τότε προκύψει θεμελιώνονταν σέ στέρεη ἐκκλησιολογική βάση8.

Ὁ π.Ι.Δ. ὅ,τι ἀρνητικό εἰπώθηκε ἤ γράφηκε γιά τόν Μητροπολίτη Ναυπάκτου, ἄσχετα μέ τό ἄν ἀποδείχθηκε ἀναληθές, τό ἐπαναλαμβάνει ὡς ἀναντίρρητη ἀλήθεια, διότι αὐτό θεωρεῖ ὅτι συντείνει στήν ἐπιτυχία τοῦ στόχου του. Τακτική πού φέρνει στό νοῦ μεθόδους κοσμικῶν συστημάτων μέ ὁλοκληρωτική νοοτροπία, πού ὅμως δέν ἁρμόζει σέ ἕναν ὀρθόδοξο κληρικό.

δεύτερος ἁρμόδιος πού προβάλλεται εἶναι ὁ καθηγητής Βλάσιος Φειδᾶς, ἀπό τόν ὁποῖο ἀδελφός της Ι. Μονῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος Ναυπάκτου ζήτησε γνωμάτευση γιά ἐκκλησιαστικό ἐπιτίμιο πού ἔλαβε ἀπό τόν Μητροπολίτη Ναυπάκτου. Ἦταν δηλαδή ἐντολοδόχος μέλους τῆς ἐν λόγω Ι. Μονῆς καί μάλιστα σέ θέμα πού ἀφοροῦσε στήν κανονική δικαιοδοσία τοῦ Ἐπισκόπου, θέμα ἄσχετο μέ τό θεολογικό ἔργο τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου.

Ἡ κριτική τῆς γνωμάτευσης τοῦ κ. Φειδά εἶναι ἔξω ἀπό τά πλαίσια αὐτῆς τῆς ἐργασίας, στήν ὁποία θά ἐπικεντρωθοῦμε σέ κρίσεις τοῦ π.Ι.Δ. ποῦ ἀφοροῦν τό συγγραφικό ἔργο τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου. Πάντως ἡ ἐν λόγω γνωμάτευση ἔχει δεχθεῖ τήν κριτική της. Στήν δέ ὑπόθεση πού ἀναφερόταν ἡ Ἱερά Σύνοδος δικαίωσε τόν Μητροπολίτη.

τρίτος ἁρμόδιος εἶναι ὁ καθηγητής κ. Κωνσταντῖνος Φράγκος, ὁ ὁποῖος σέ ἐπιστολή του πρός τόν Μητροπολίτη Ναυπάκτου, τήν ὁποία κοινοποίησε καί σέ πολλούς ἄλλους «ἀδελφούς», ἀναφέρει τί σχολιασμούς ἄκουσε γιά τόν Μητροπολίτη, οἱ ὁποῖοι σχετίζονται κυρίως μέ τήν διένεξη τῆς Ι. Μονῆς Μεταμορφώσεως μέ τήν Ἱερά Μητρόπολη Ναυπάκτου.

Οἱ σχολιασμοί πού ἄκουσε καί κατέγραψε ὁ κ. Φράγκος δέν εἶχαν καμμιά σχέση μέ τήν θεολογική παραγωγή τοῦ Μητροπολίτου Ἰεροθέου. Ὁ κ. Καθηγητής δηλαδή δέν ἐπιχειρεῖ καμιά ἐπιστημονική κριτική σέ θεολογικές ἀπόψεις τοῦ Μητροπολίτου. Δέν κρίνει ἐπιστημονικά κανένα ἀπό τά θεολογικά συγγράμματά του.

Ὁ κ. Φράγκος συνδέεται μέ τήν Ι. Μονή Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος Ναυπάκτου καί οἱ σχολιασμοί πού ἄκουσε, προφανῶς, προέρχονται ἀπό ἀνθρώπους πού συνδέονται μαζί της.

Ὁ π.Ι.Δ. καί στήν περίπτωση αὐτή, ὅπως καί στήν περίπτωση τοῦ μακαριστοῦ Μητροπολίτου Μεσσηνίας, παραθεωρεῖ τήν ἀπάντηση καί τίς ἐπιστολές πού ἀπέστειλε ὁ Μητροπολίτης Ναυπάκτου στόν κ. Φράγκο9.

τέταρτος ἁρμόδιος εἶναι ὁ καθηγητής τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν κ. Βασίλειος Γιαννόπουλος, συγγενής μοναχοῦ της Ι. Μονῆς Μεταμορφώσεως, πού κι' αὐτός δέν ἀναφέρεται στό συγγραφικό ἔργο τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου.

Ὁ κ. Γιαννόπουλος διαφώνησε μέ τήν κατηγορία «ἐπί αἱρέσει» πού ἀπήγγειλε ὁ Μητροπολίτης Ναυπάκτου ἐναντίον τοῦ π. Σπυρίδωνος Λογοθέτη, πρώτη μεταξύ πολλῶν ἄλλων κατηγοριῶν, γιά τίς ὁποῖες τά Συνοδικά Δικαστήρια τόν καταδίκασαν σέ ἔκπτωση ἀπό τό ἀξίωμα τοῦ Ἡγουμένου.

Ὁ κ. Γιαννόπουλος δέν εἶχε βέβαια πάντα τήν ἄποψη ὅτι ὅσα λέει καί γράφει ὁ π. Σπυρίδων Λογοθέτης εἶναι ὅλα ἀκραιφνῶς ὀρθόδοξα. Αὐτό, σύν τοῖς ἄλλοις, προκύπτει ἀπό ὅσα ὁ ἴδιος ἔχει ἀναφέρει, προφορικῶς καί γραπτῶς, στόν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Ναυπάκτου κ. Ἰερόθεο.

Ὁ π.Ι.Δ. ἐνισχύοντας τήν διαφωνία τοῦ κ. Γιαννόπουλου γράφει: «Σημειοῦται ὅτι τά Συνοδικά Δικαστήρια διέψευσαν τόν κ. Ἰερόθεον καί ἠθώωσαν ὁμοφώνως τόν Ἡγούμενον τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Μεταμορφώσεως Ναυπάκτου». Ὁ π. Σπυρίδων Λογοθέτης καταδικάσθηκε γιά 22 ἄλλες κατηγορίες. Ἀθωώθηκε μόνο γιά τήν κατηγορία «ἐπί αἱρέσει», ὄχι γιατί δέν ἦταν «δογματικῶς ἐσφαλμένα» αὐτά πού εἶπε καί τά ὁποία, παρά τήν προτροπή τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, δέν ἀνεκάλεσε, ἀλλά διότι, σύμφωνα μέ τό σκεπτικό της ἀποφάσεως, οἱ «ἀποκλίνουσες» ἀπό τήν ὀρθή πίστη ἀπόψεις πού διατύπωσε σέ κήρυγμά του κατά τήν ἑορτή τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος, δέν ὀφείλονταν στήν προαίρεση τοῦ ἔκπτωτου Ἡγουμένου, ἀλλά στήν «θεολογική του ἀνεπάρκεια». Τό Συνοδικό Δικαστήριο δηλαδή ἀθώωσε τόν π. Σπυρίδωνα λόγω θεολογικῆς ἀνεπαρκείας. Δέχθηκε δηλαδή ὅτι κήρυξε ξένες πρός τήν θεολογία μᾶς διδασκαλίες «ἀκουσίως», ὡς «θεολογικά ἀνεπαρκής».

Γιά τοῦ λόγου τό ἀληθές παραθέτουμε τό σχετικό χωρίο ἀπό τήν ἀπόφαση τοῦ Πρωτοβαθμίου Συνοδικοῦ γιά Πρεσβυτέρους, Διακόνους καί Μοναχούς Δικαστηρίου:

«Ἐπειδή ὁ κατηγορούμενος διά τῶν ἐν τῷ κατηγορητηρίω ἀναφερομένων κηρυγμάτων, ἄτινα ἀποκλίνουν τῆς δογματικῆς διδασκαλίας τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ὡς ἐν αὐτῶ σαφῶς περιγράφεται, δέν εἶχεν πρόθεσιν καί δόλον ἴνα διαστρέψη τήν δογματικήν ἀλήθειαν τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἀλλά ἕνεκεν Θεολογικῆς ἀνεπαρκείας προέβη εἰς τήν ἐσφαλμένην δογματικῶς διατύπωσιν τῶν Εὐαγγελικῶν ἀληθειῶν καί κατά ταῦτα δέν θεμελιώνεται ἡ ὑποκειμενική ὑπόστασις τοῦ βαρύτατου κανονικοῦ ἐγκλήματος τῆς αἱρέσεως ὡς καί ὅτι ἡ μή δημοσία ἀνάκλησις τῶν κακοδοξιῶν τοῦ κατηγορουμένου κατά τήν κρίσιν Αὐτοῦ δέν ὀφείλεται εἰς τήν διάθεσιν αὐτοῦ ὅπως ἐμμείνη εἰς τήν κήρυξιν αἱρετικῶν θέσεων, ἀλλά εἰς τήν προσπάθειάν του νά μήν ὁμολογηθῆ ὑπ' αὐτοῦ καί οὕτω καταδειχθῆ τοῖς πάσι ἡ θεολογική του ἀνεπάρκεια καί ἡ μή ἐξειδίκευσίς του εἰς τάς λεπτοτάτας καί δυσχερεῖς ἐννοίας τῆς δογματικῆς διδασκαλίας τῆς Ἁγιωτάτης Ὀρθοδόξου Καθολικῆς του Χριστοῦ Ἐκκλησίας...»10.

Τά παραπάνω προφανῶς δέν συνιστοῦν ἀθώωση, ὅπως τήν προβάλλει ὁ π.Ι.Δ.. Πρό παντός ὅταν πρόκειται γιά κληρικό ἐντεταλμένο νά καθοδηγῆ ὀρθοδόξως μοναχούς.

Μέ λίγα λόγια ὁ βαρύγδουπος τίτλος: Κριτική τοῦ Ναυπάκτου ὑπό ἁρμοδίων, μπῆκε ἁπλῶς γιά νά «ποιήση θόρυβον», νά δημιουργήση ἐντυπώσεις. Δέν ἔχει καμμιά σχέση μέ τόν βασικό σκοπό τῆς κριτικῆς τοῦ π.Ι.Δ.. Δείχνει μόνον ἐναργέστατα τά ἑτερογενῆ αἴτια τῆς συγγραφῆς της.

Στήν εἰσαγωγή τοῦ βιβλίου σημειώσαμε ὅτι θά ἀσχοληθοῦμε μόνο μέ τά θεολογικά καί ποιμαντικά σφάλματα τοῦ π.Ι.Δ.. Στό σημεῖο αὐτό ὅμως, προκειμένου νά δώσουμε μία πληρέστερη εἰκόνα τοῦ τρόπου μέ τόν ὁποῖο ἀρθρώνει τήν κριτική του, θεωροῦμε ὅτι εἶναι ἀναγκαῖο -παρεκβατικά καί μέ συντομία- νά ἀναφερθοῦμε σέ κάποια σημαντικά πράγματα, πού ἀφοροῦν τήν ἐκτροπή ἀπό τήν «κανονική τάξη» τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος Ναυπάκτου, πράγματα πού ἀποσιωπᾶ ὁ π.Ι.Δ., διότι προφανῶς καταλαβαίνει ὅτι ἡ κοινοποίησή τους δέν τόν βοηθᾶ στόν στόχο του, δηλαδή στήν πολεμική του ἐναντίον τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου, ἐπειδή «τόλμησε», στό πλαίσιο τῆς ποιμαντικῆς του εὐθύνης, νά ἐπιχειρήση τήν ἐπαναφορά τῆς ἐν λόγω Ι.Μονῆς στήν «κανονική ὁδό».

Ὁ π.Ι.Δ. θυμήθηκε ἀπόψεις καί ἐνέργειες τεσσάρων σεβαστῶν προσώπων, οἱ ὁποῖες ὅμως, ὅπως εἴδαμε, δέν ἔχουν καμμιά σχέση μέ τό συγγραφικό ἔργο τοῦ Μητροπολίτου Ἰεροθέου, ἀλλά οὔτε καί μέ τόν πυρήνα τοῦ ἐκκλησιολογικοῦ καί κανονικοῦ προβλήματος τῆς Ι. Μονῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος. Ὁ μακαριστός Μητροπολίτης Μεσσηνίας δέν εἶχε καμμιά σχέση μέ τήν ὑπόθεση τῆς Μονῆς, ἐνῶ οἱ ἐνέργειες τῶν τριῶν καθηγητῶν ἀφοροῦν περιφερειακά θέματα καί διαφοροποιήσεις σέ ἐπιμέρους πτυχές τοῦ προβλήματος. Ὁ π.Ι.Δ. μέ τήν ἐπιλεκτική μνήμη τοῦ παραθεώρησε τελείως τήν συμβολή πολλῶν ἄλλων ἐξίσου σεβαστῶν καί θεσμικῶν προσώπων, πού ἀσχολήθηκαν μέ τόν πυρήνα τοῦ προβλήματος τῆς Ἱερᾶς Μονῆς. Παραθεώρησε, γιά παράδειγμα, τίς σημαντικές ἐπιστολές τοῦ μακαριστοῦ μονάχου π. Θεοκλήτου Διονυσιάτου, Ναυπακτίου στήν καταγωγή, πού συνέλαβε τήν οὐσία τοῦ προβλήματος τῆς Ἱερᾶς Μονῆς καί ἐνδιαφερόταν διακαῶς γιά τήν λύση του. Παραθεώρησε, ἐπίσης, τίς ἐπιστολές πολλῶν ἐκκλησιαστικῶν προσώπων, μεταξύ τῶν ὁποίων τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου, τοῦ Σέβ. Μητροπολίτου Ἠλείας κ. Γερμανοῦ, καθώς καί τήν σημαντική ἰδιόχειρη ἐπιστολή τοῦ μακαριστοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν καί Πάσης Ἑλλάδος κ. Χριστοδούλου, στίς ὁποῖες ἐπισημαίνεται ἡ ἐκτροπή τῆς Μονῆς ἀπό τήν κανονική τάξη καί ἡ ἀνάγκη ἐπανόδου τῆς σ' αὐτήν.

Ὁ π.Ι.Δ. παραθεώρησε ἐπίσης τά πορίσματα τριῶν Συνοδικῶν Ἐπιτροπῶν ἀπό Ἀρχιερεῖς καί Ἡγουμένους, τίς πάνω ἀπό τριάντα (30) Ἀποφάσεις τῆς Ἱεραρχίας καί τῆς κατά περιόδους Διαρκοῦς Ἱερᾶς Συνόδου, οἱ ὁποῖες ἦταν εἰς βάρος τῶν ἰθυνόντων τῆς Μονῆς μέ τό σκεπτικό ὅτι ἡ Ἱερά Μονή Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος «ἔχει ὁπωσδήποτε ἐκτραπεῖ ἐκ τέ τῆς εὐαγγελικῆς καί τῆς κανονικῆς ὁδοῦ». Ἡ πλέον προκλητική παραθεώρηση ὅμως, ἐκ μέρους τοῦ π.Ι.Δ., εἶναι τοῦ σκεπτικοῦ της ἀποφάσεως τοῦ Δευτεροβαθμίου Συνοδικοῦ Δικαστηρίου, τό ὁποῖο ἐπέβαλε στόν ἱερομόναχο Σπυρίδωνα Λογοθέτη τήν ποινή τῆς ἐκπτώσεως ἀπό τήν θέση τοῦ ἡγουμένου, ἡ ὁποία ἀπόφαση ἀποτελεῖται ἀπό  383 πυκνογραμμένες σελίδες.

Ὅλα αὐτά θεωρήσαμε ἀναγκαῖο νά σημειωθοῦν, γιατί δείχνουν τό ὑπόβαθρο τῆς κριτικῆς τοῦ π.Ι,Δ., ἡ ὁποία ἀσκεῖται μέ τήν μέθοδο τῆς ἐπιλεκτικῆς μνήμης καί τῆς ἀποσιώπησης τῶν σημαντικότερων στοιχείων μέθοδο πού δείχνει ἐναργέστατα, ὅπως καί προηγουμένως σημειώσαμε, τό ἑτερογενές κίνητρο τῆς συγγραφῆς του, τήν ὁποία ὁ κάθε ἀμερόληπτος ἀναγνώστης ἀντιλαμβάνεται ὡς στρατευμένη στό πνεῦμα τοῦ ἐκπτώτου Ἡγουμένου καί Ἡγουμενοσυμβουλίου τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος Ναυπάκτου.

γ. Οἱ στόχοι τῆς συγγραφῆς

Εἶναι ἐνδιαφέρον ὅμως νά γνωρίζει κανείς καί τούς προβαλλόμενους στόχους τῆς συγγραφῆς. Ὁ π.Ι.Δ. στόν Πρόλογό του γράφει:

«Συνέγραψα καί ἐξέδωκα τό παρόν βιβλίον, διά νά ἀναχαιτισθῆ ἡ περαιτέρω διάδοσις πεπλανημένων Θεολογικῶν Θέσεων ἐν Ἑλλάδι καί νά ἀνακοπῆ ἡ ἐξαγωγή κακοδοξιῶν ἐκ τῆς Ὀρθοδόξου Ἑλλάδος, διότι ὁ Μητροπολίτης Ναυπάκτου καυχᾶται, ἐπειδή πολλά βιβλία τοῦ μετεφράσθησαν εἰς πολλᾶς γλώσσας, ἑτοιμάζονται δέ καί ἄλλα βιβλία τοῦ διά μετάφρασιν»11. Στό Ἐπιλογικό του σημείωμα ἐπίσης γράφει:

«Ὁ Σεβασμιότατος Μητροπολίτης Ναυπάκτου κ. Ἰερόθεος ὑποχρεοῦται νά ἀποδοκιμάση τάς πλάνας του καί νά ἀποσύρη τά κριθέντα βιβλία του καί ἄλλα τινά ἐκ τῶν βιβλίων τοῦ εἰς τά ὁποία ὑπάρχουν δογματικαί καί ἄλλαι παρεκκλίσεις.

Ἡ Θεολογική Σχολή καί ἡ Πρυτανεία τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, μετά τάς συγκλονιστικᾶς ἀποκαλύψεις τῶν κακοδοξιῶν τοῦ Ναυπάκτου κ. Ἰεροθέου, νά ἀναβάλουν τήν ἀπονομήν εἰς αὐτόν τοῦ διπλώματος τοῦ ἐπιτίμου διδάκτορος, ἕως ὅτου ὁ Σεβασμιότατος ἀποκηρύξη τάς θεολογικός πλάνας του»12.

Ὁ π.Ι.Δ. δηλαδή μέ τό βιβλίο τοῦ θέλει νά ἀναχαιτίση τήν παγκόσμια διάδοση τῶν βιβλίων τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου, ὁ ὁποῖος σύμφωνα μέ τήν ἄποψή του «δέν προσφέρει κάτι οὐσιαστικόν εἰς τήν θεολογικήν ἐπιστήμην». Καταγράφει μάλιστα καί τήν ἀπαξιωτική ἄποψη κάποιων θεολόγων, χωρίς νά ἀναφέρη τά ὀνόματά τους, σημειώνοντας τά ἑξῆς:

«Οἱ θεολόγοι, ὡς ἐπί τό πλεῖστον, ἔχουν σχηματίσει μίαν γενικήν ἐντύπωσιν ὅτι τά συγγράμματα τοῦ Σέβ. κ. Ἰεροθέου δέν ἔχουν θεολογικήν ἀξίαν. Ὅσοι δέ ἐξ αὐτῶν ἀποφασίσουν νά ἀναγνώσουν βιβλία τοῦ Ναυπάκτου συνήθως διακόπτουν τήν ἀνάγνωσιν, ἕνεκα τῆς ἀνιαρότητος, τῆς πλαδαρότητος, ἀσυναρτησιῶν, ἐπαναλήψεων, ἀντιφάσεων, συγχύσεων, τῆς ἐλλείψεως μεθοδικότητος καί συστηματικότητος καί ἐν γένει τῆς ἀνερμάτιστου συγγραφικῆς δομῆς πολλῶν βιβλίων τοῦ ἐν λόγω Ἐπισκόπου»13. Δέν ἐξηγεῖ, βέβαια, τό πώς ὅλα αὐτά τά ἀρνητικά χαρακτηριστικά, πού βρῆκαν οἱ περί τῶν π.Ι.Δ. θεολόγοι, ὁδήγησαν τήν Ἀκαδημία Ἀθηνῶν νά βραβεύση τό 1996 βιβλίο τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου, τό πώς τά ἔργα τοῦ κυκλοφοροῦν σέ ἐπανειλημμένες ἐκδόσεις στά ἑλληνικά καί μεταφράζονται σέ πολλές ξένες γλῶσσες, τό πώς τέλος -μετά ἀπό ἔρευνα τοῦ συγγραφικοῦ του ἔργου- τό Τμῆμα Κοινωνικῆς Θεολογίας τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν τοῦ ἀπένειμε τόν τίτλο τοῦ Ἐπιτίμου Διδάκτορος, σέ μία λαμπρή τελετή.

Πρέπει νά σημειώσουμε ὅτι ὁ π.Ι.Δ. κατέθεσε τό βιβλίο του στήν Θεολογική Σχολή Ἀθηνῶν, μέ αἴτημα νά ἀναβληθῆ ἡ ἀπονομή τοῦ τίτλου τοῦ Ἐπιτίμου Διδάκτορος στόν Μητροπολίτη Ναυπάκτου. Ἡ Θεολογική Σχολή, ἡ ὁποία μέ συστηματικό τρόπο ἐΐχε μελετήσει τό ἔργο τοῦ Σέβ. Ἰεροθέου, ἀπέρριψε τό αἴτημα τοῦ π.Ι.Δ. καί κατ' ἐπέκταση ἀπέρριψε καί τό βιβλίο του. Στήν δέ λαμπρή τελετή τῆς ἀπονομῆς τοῦ διδακτορικοῦ διπλώματος στόν Μητροπολίτη Ναυπάκτου ἐπαινέθηκε, ἀπό τόν ἐντεταλμένο ὁμιλητή, ἡ θεματολογική εὐρύτητα, ἡ θεολογική βαθύτητα, ἀλλά καί ἡ πιστότητα στήν ἀποστολική καί πατερική παράδοση τοῦ πολυμεταφρασμένου συγγραφικοῦ ἔργου του.

Ὅπως γίνεται ἀντιληπτό ἀπό τά παραπάνω, οἱ στόχοι τῆς συγγραφῆς τοῦ π.Ι.Δ. εἶναι: Πρῶτον, ἡ συκοφάντηση τοῦ πολύ σημαντικοῦ συγγραφικοῦ ἔργου τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου. Δεύτερον, ἡ ἀναβολή τῆς ἀπονομῆς σ' αὐτόν τοῦ τίτλου τοῦ Ἐπιτίμου διδάκτορος τοῦ Τμήματος Κοινωνικῆς Θεολογίας τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, στόχο τόν ὁποῖο δέν μπόρεσε νά ἐπιτύχη. Καί τρίτον, ἡ διάβρωση τοῦ θεολογικοῦ καί ἐκκλησιαστικοῦ κύρους τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου, τήν ὁποία ἐπιδιώκει μέ ὅλα τά παραπάνω, ἀλλά καί μέ πολλές ἐπιθέσεις «ἐπί προσωπικῶν θεμάτων».

Ὅλα αὐτά τά ἐνεργεῖ ὁ π.Ι.Δ. ὡς ἐμπλεκόμενος στήν ὑπεράσπιση τοῦ ἔκπτωτου Ἡγουμένου π. Σπυρίδωνος Λογοθέτη, ἄν βέβαια ἡ ἐνίσχυση τῶν ἀντικανονικῶν ἐνεργειῶν ἑνός ἱερομόναχου μπορῆ νά θεωρηθῆ «ὑπεράσπισή» του καί ὄχι ἔκθεσή του σέ μείζονες ἐκκλησιαστικούς κινδύνους.

Ἀπό τά παραπάνω γίνεται φανερό ὅτι τό βιβλίο πού συνέγγραψε ὁ π.Ι.Δ. δέν περιγράφει τήν «θεολογική τραγωδία τοῦ Ναυπάκτου», ἀλλά μία τραγωδία μέ θεολογική ὑπόθεση, στήν ὁποία πρωταγωνιστῆς εἶναι ὁ συγγραφέας της. Εἶναι ἡ θεολογική τραγωδία τοῦ π.Ι.Δ..

Ἡ πρωτοτυπία αὐτῆς τῆς θεολογικῆς τραγωδίας εἶναι ὅτι δέν ἔχει κάθαρση, ἀφοῦ, ὅπως θά δειχθῆ στίς σελίδες πού ἀκολουθοῦν, ἡ θεολογία καί ἡ ποιμαντική θεωρία πού ἀναπτύσσονται σ' αὐτήν δέν ἀνοίγει στούς εὔπιστους ἀναγνῶστες τῆς τόν δρόμο πρός τήν καθαρτική καί φωτιστική πορεία τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς. Τούς ἐγκλωβίζει στό πνεῦμα ἑνός ταραχοποιοῦ λόγου, κλείνοντας κάθε ἔξοδο ἀπό αὐτό μέ τό σχεδόν ἀσίγητο σέ κάθε σελίδα εὐσεβοφανές ὑβρεολόγιο.

Εἶναι ἕνα βιβλίο πού δέν χαρακτηρίζεται ἀπό τήν ἀπαιτούμενη κριτική σοβαρότητα. Παρά ταῦτα θά τό ἀντιμετωπίσουμε σοβαρά, σεβόμενοι τόν συμπρεσβύτερο συγγραφέα, ἀλλά καί τούς ἁπλούς ἀναγνῶστες του, πού πιθανῶς τόν ἐμπιστεύονται.

Ὁ π.Ι.Δ. ὡς Πρεσβύτερος δέν ἔδειξε τόν ἀπαιτούμενο στοιχειώδη σεβασμό πού ἁρμόζει στόν κρινόμενο ἀπό αὐτόν Ἐπίσκοπο. Ἐμεῖς θά σεβαστοῦμε τόν συμπρεσβύτερο συγγραφέα, τήν προσφορά του στήν Ἐκκλησία μέ τήν ἔκδοση τῶν ἔργων τῶν ἁγίων Πατέρων, γι' αὐτό ἄλλωστε θά τοῦ κάνουμε σοβαρή κριτική, ἐπισημαίνοντας τίς παρερμηνεῖες του καί τίς λανθασμένες ποιμαντικές καί θεολογικές βάσεις πολλῶν ἀπόψεών του, μέ ἐποικοδομητικό γιά τούς ἀναγνῶστες μᾶς τρόπο.





 6. Γρηγορίου Παλαμᾶ συγγράμματα, ἔκδοση Χρήστου, σ. 259. Ἀπό τό Βιβλίο: Μητρ. Ναύπ. Ἰεροθέου: Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ὡς ἁγιορείτης, σ. 63.

7. Μητρ. Ναύπ. Ἰεροθέου: Ὁ ἄγος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ὡς ἁγιορείτης,

8. Βλέπε σχετικά: Ἀρχιμ. Καλλινίκου Εὖ. Γεωργάτου, Πόθεν τά «Τέρατα καί σημεῖα»; Ἀπάντηση στόν π. Ἰωάννη Διώτη, σ. 231-235.

9. Οἱ ἐπιστολές δημοσιεύονται στό βιβλίο τοῦ Ἀρχιμ. Καλλινίκου Εὖ. Γεωργάτου, Πόθεν τά «Τέρατα καί σημεῖα»; Ἀπάντηση στόν π. Ἰωάννη Διώτη, στίς σελίδες 253-256.

10. Βλέπε Ἀρχιμ. Καλλινίκου Γεωργάτου, Ἕνα ἐκκλησιολογικό πρόβλημα, σ. 189-190.

11. Ἡ θεολογική τραγωδία..., σ. 6.

12. ἔνθ. ἀνωτ. σ. 141.

13. ἔνθ. ἀνωτ. σ. 6.


συνεχίζεται
Πρόκειται γιά ἀπάντηση στήν κριτική καί σέ ὁρισμένες ἀπό τίς θέσεις πού περιέχονται στό βιβλίο τοῦ Πρωτοπρ. Ἰωάννου Διώτη: «Ἡ θεολογική τραγωδία τοῦ Ναυπάκτου Ἰεροθέου», Ἀθήνα 2008.

Ἐκτός ἀπό τίς ὑβριστικές ἐκφράσεις γιά τόν Μητροπολίτη π.Ἰερόθεο καί τόν μακαριστό γέροντα Σοφρώνιο Ζαχάρωφ – ἀνάρμοστες γιά τήν γραφίδα χριστιανοῦ, καί πολύ περισσότερο πρεσβυτέρου τῆς Ἐκκλησία- στό βιβλίο τοῦ π.Ἰωάννου Διώτη περιέχονται ἐπιπλέον θεολογικά καί ποιμαντικά λάθη ἐπικίνδυνα γιά τούς ἁπλούς χριστιανούς οἱ ὁποῖοι ἀνεξέταστα τό διάβασαν ἤ θά τό διαβάσουν.



Αναδημοσίευση από το εγκόλπιο

Δεν υπάρχουν σχόλια: