Κυριακή 12 Δεκεμβρίου 2010

Από το πρόσωπο στις απρόσωπες δυνάμεις



του Πρωτ. π. Θωμά Βαμβίνη

Τί σημαίνει στις μέρες μας «επιστημονική θεμελίωση»; Ένα τέτοιο ερώτημα μέσα στην ατμόσφαιρα των εορτών του Δωδεκαημέρου μοιάζει να είναι εκτός κλίματος. Μπορεί ωστόσο να μελετηθή και έξω από τα όρια της «κοσμικής» επιστημολογίας, με κριτήρια που κατέχει ο ανακαινισμένος από τον φωτισμό του Αγίου Πνεύματος νούς, με κριτήρια δηλαδή θεολογικά, τα οποία μάς παραδίδει η παράδοση των Αποστόλων και των αγίων Πατέρων.

Η θεολογία των Δεσποτικών εορτών του Δωδεκαημέρου, της Γεννήσεως του Χριστού, της Περιτομής και των Θεοφανείων –που δεν μπορούν να αποσπασθούν από όλα τα άλλα μυστήρια του Θεανθρώπου– ανοίγουν στον άνθρωπο ορίζοντες και αποκαλύπτουν βάθη στην ύπαρξή του που συντελούν στην ανακαίνιση ολοκλήρου του ανθρώπου και στην δυνατότητά του να βλέπη καθαρότερα τή δημιουργία και τα γεγονότα που συντελούνται μέσα σε αυτήν. Βέβαια, ένας απλοϊκά σκεπτόμενος άνθρωπος του καιρού μας το πιθανότερο είναι να σκεφθή: Τί σχέση έχει η «επιστημονική θεμελίωση» με την θεολογία; Σκέπτεται έτσι γιατί είναι εγκλωβισμένος από τα μαθητικά του χρόνια στις προκαταλήψεις της αλαζονικής επιστήμης των δύο-τριών τελευταίων αιώνων. Η επιστήμη αυτή κουβαλάει μέσα της το βασικό αμάρτημα της δυτικής χριστιανικής σκέψης, που είναι η άγνοια της διαφοράς των μεθόδων γνώσεως του Θεού και των κτισμάτων. Απλώς αυτή αδιαφόρησε για τον Θεό, επειδή διδάχθηκε από τούς δυτικούς θεολόγους ότι τα περί Θεού είναι στοχασμός που δεν βασίζεται στην εμπειρία, οπότε, γι’ αυτήν, ήταν μιά αλήθεια μή αποδείξιμη και γι’ αυτό αδιάφορη. Στόν ενθουσιασμό, όμως, της χειραφέτησής της από την θεολογία, εκμηδένισε το πρόσωπο του ανθρώπου. Απολυτοποίησε τον υλικό κόσμο. Άφησε τον προσωπικό Θεό και βάλθηκε να ψάχνη στον μικρόκοσμο και στον μεγαλόκοσμο για απρόσωπες δυνάμεις, ως αρχές του παντός, οι οποίες υποψιαζόταν (και υποψιάζεται) ότι κινούνται με βάση μιά απαρέγκλιτη νομοτέλεια, η οποία στην πραγματικότητα υποκαθιστά την ειμαρμένη των ειδωλολατρών και των αρχαίων αιρετικών. Οι πιστοί επιστήμονες δεν έλλειψαν, αλλά ο δρόμος της επιστήμης δεν έπαψε να είναι υπαρξιακά αιρετικός.

Τελευταία, βέβαια, το «απροσδιόριστο» και το «τυχαίο» άρχισαν να μελετώνται με σοβαρότητα από την Φυσική. Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η θεωρία του Χάους. Όμως και σε αυτές τις περιπτώσεις η «αυστηρή έπιστημονική θεμελίωση» και η περιγραφή μιάς νομοτέλειας είναι παρούσες. Έτσι και μέσα στή θεωρία του Χάους το ανθρώπινο πρόσωπο χάνεται και η προσωπική αρχή του «σύμπαντος κόσμου» παραπέμπεται στα «επιστημονικώς» αδιανόητα. Διάβασα πρόσφατα μιά συνέντευξη του Ίλια Πριγκοζίν (Καθημερινή 9-12-2001), του σημαντικότερου –κατά την εφημερίδα– επιζώντος φυσικού, του θεμελιωτή της θεωρίας του χάους, ο οποίος σε ένα σημείο της συνέντευξής του λέει: «Στή φυσική και τή Χημεία οι όροι του Χάους, της πολυπλοκότητας κ.λπ. έχουν αυστηρά καθορισμένο νόημα. Αφορούν την επιστημονική μελέτη συγκεκριμένων συστημάτων με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. Τό χάος δεν σημαίνει ανυπαρξία φυσικών νόμων, σημαίνει ότι οι φυσικοί νόμοι παίρνουν άλλη μορφή από αυτή που ξέραμε. Δυστυχώς, υπάρχει η συνήθεια να γενικεύονται καταχρηστικά έννοιες της Επιστήμης σε άλλες σφαίρες της κοινωνικής ή πολιτικής ζωής». Σέ άλλο σημείο της συνέντευξης, αναφερόμενος στο «βέλος του χρόνου», τον «πιθανοκρατικό χαρακτήρα των φαινομένων», την «εξέλιξη», λέει: «Έχουμε επιτέλους καταφέρει να τοποθετήσουμε αυτά τα κεφαλαιώδη προβλήματα σε μιά αυστηρά θεμελιωμένη, επιστημονική βάση».

Πιστεύω ότι η ανεπάρκειά μου σε γνώσεις της Φυσικής δεν με εμποδίζει να καταλάβω ότι όλος ο μόχθος του πιό σημαντικού επιζώντος φυσικού, άρα και της σύγχρονης φυσικής επιστήμης, είναι να τοποθετηθούν (και να υποταχθούν) όλα τα προβλήματα, ακόμη και τα απρόβλεπτα, που παρουσιάζει ο μικρόκοσμος και ο μεγαλόκοσμος, «σε μιά αυστηρά θεμελιωμένη επιστημονική βάση». Δηλαδή, να προσδιορισθή «αυστηρά» η άλλη μορφή που πρέπει να πάρουν οι απρόσωποι «φυσικοί νόμοι», που διέπουν –κατά τούς Φυσικούς– τον υλικό κόσμο.

Ο προσανατολισμός αυτού του μόχθου είναι αποτέλεσμα της παραθεωρήσεως του ανθρωπίνου προσώπου και της αγνοήσεως, έστω και ως υπόθεσης, της προσωπικής αρχής του παντός.

Όμως, για μάς που θέλουμε να ζούμε στην Εκκλησία ο «Θεός εφανερώθη εν σαρκί». Η απορία μας απέναντι σ’ αυτό το συγκλονιστικό γεγονός εκφράζεται ποιητικά με τούς στίχους των καθισμάτων του Όρθρου των Χριστουγέννων: «Ο αχώρητος παντί πώς εχωρήθη εν γαστρί; Ο εν κόλποις του Πατρός πώς εν αγκάλαις της Μητρός; Πάντως ως οίδεν, ως ηθέλησεν και ως ηυδόκησεν». Υπάρχει προσωπική σχέση και κοινωνία με την απερινόητη Αγία Τριάδα, της οποίας η πανσοφία και η αγάπη ανοίγει ακατανόητους δρόμους, προκειμένου να οδηγήση τον άνθρωπο «εν τώ παρόντι αιώνι» στην επίγνωση της αλήθειας Της. Η αλήθεια γνωρίζεται μέσα από την προσωπική σχέση με τον Θεό. Πρίν από το «Εν αρχή» της Γενέσεως υπάρχει το πρόσωπο, υπάρχει η αλληλοπεριχώρηση των προσώπων της Αγίας Τριάδος. Δέν υπάρχουν απρόσωπες δυνάμεις, δεν υπάρχει καμμιά αναγκαιότητα στον Θεό. Ο Θεός κινείται ελεύθερα από «υπερέχουσα πάντα νούν» αγάπη. Όταν, λοιπόν, ο σύγχρονος άνθρωπος τοποθετή στην κορυφή των κατακτήσεών του την «επιστημονική θεμελίωση των φαινομένων» και ως «επιστημονική θεμελίωση» θεωρή την εύρεση σταθερών αρχών που διέπουν τα πράγματα, σημαίνει ότι ζή την συρρίκνωση της υπάρξεώς του, τον εκμηδενισμό του ως προσώπου.

Μού έχει δημιουργηθή η εντύπωση ότι η σύγχρονη επιστήμη –όταν θεωρείται ως η μόνη επιστήμη και η μόνη αποδεδειγμένη οδός προς την αλήθεια– μάς κατεβάζει, ως προσωπικές υπάρξεις, πιό χαμηλά από την αφελή και χονδροειδή ειδωλολατρία. Στήν ιστορική πορεία του ανθρωπίνου γένους, μετά το φοβερό γεγονός της πτώσεως, όσο ο θάνατος και η πνευματική ραθυμία των ανθρώπων τούς εγκλώβιζε στις υλικές αναπαύσεις και τούς αποξένωνε από τον Θεό, τόσο η λατρεία του ανθρώπου έφευγε από τον αληθινό Θεό και κατευθυνόταν στα πράγματα που ήταν πολύ κοντινά στο σώμα του ανθρώπου. Επειδή όμως ακούγονταν μέσα του στή συνείδησή του απηχήματα της προσωπικής αρχής του παντός, προσωποποιούσε τις φυσικές δυνάμεις που φοβόταν, ακόμη και τα πάθη στα οποία ήταν δουλωμένος και τα λάτρευε ως θεούς. Μέ την ισχυροποίηση, όμως, σταδιακά της λογικής, λόγω της πνευματικής νεκρώσεως του εσωτερικού ανθρώπου, ο ανθρωπος που ήταν απομακρυσμένος από την παράδοση των Προφητών, των εκλεκτών του Θεού, πέρασε από την ειδωλολατρία και την τραγωδία στην φιλοσοφία. Προσπάθησε να εξισορροπήση τον εαυτό του με την λογική σκέψη, και με την δύναμή της άρχισε να επεμβαίνη κυριαρχικά στο περιβάλλον. Η επιστήμη που ανέπτυξε αργότερα αφαίρεσε κάθε προσωπική αρχή από το οπτικό πεδίο του επιστήμονα. Στήν επιστημονική έρευνά του προσκολλήθηκε μονολιθικά στα φαινόμενα του υλικού κόσμου.

Φυσικά με τις μεθόδους του δεν ερευνάται ο Θεός. Όμως εφόσον ο Θεός υπάρχει, αφού καμμιά μέθοδος δεν μπορεί να αποδείξη την ανυπαρξία Του, το επιστημονικά ορθό είναι να αφήνεται στις επιστημονικές θεωρίες και αντιλήψεις χώρος -έστω και ως μία από τις υποθέσεις- για την ελεύθερη προσωπική αρχή που κυβερνά και προνοεί για τα πάντα. Άλλωστε οι Απόστολοι και οι Πατέρες μας μάς μεταφέρουν την είδηση ότι ο απρόσιτος Θεός έλαβε σάρκα ανθρώπινη και έγινε για μάς ιστορικό πρόσωπο, χωρίς να υποστή αλλοίωση η θεότητά Του. Μάς διδάσκουν μάλιστα τον εκκλησιαστικό τρόπο με τον οποίο μπορούμε να έλθουμε σε προσωπική σχέση και κοινωνία μαζί Του.

Η έρευνα αυτού του γεγονότος μπορεί να θεμελιωθή επιστημονικά πάνω στις εμπειρίες των Αποστόλων και των Πατέρων και να επαληθευθή με την δική μας δοκιμή και πείρα. Χρειάζεται ερευνητικό πνεύμα και σ’ αυτήν την υπαρξιακή κατεύθυνση. Είναι κρίμα να αφήσουμε τον εαυτό μας σε κατάσταση υπαρξιακά υποδεέστερη των ταλαίπωρων ειδωλολατρών.

Δεν υπάρχουν σχόλια: