Σάββατο 11 Δεκεμβρίου 2010

Το πανηγύρι του Αη-Γιαννιού στην Ολυμπο Καρπάθου

Χαράματα στις πεντέμιση το πρωί, το οχηματαγωγό Πρέβελη έδενε στο Διαφάνι, το επίνειο της Ολύμπου ( το χωριό στα βόρεια της Καρπάθου, μοναδικό στην ιδιαιτερότητα του πολιτισμού και της παράδοσής του ). Η πιο δύσκολη αποστολή μου βρισκόταν στο ξεκίνημα της… Οι δυσκολίες δεν οφείλονταν τόσο στον όγκο και στην πολυπλοκότητα του εγχειρήματος – να επισκεφθούμε πέντε νησιά σε 15 μέρες – αλλά στην κατάσταση της υγείας μου. Μεσ’ το κατακαλόκαιρο, αμέσως μετά το πανηγύρι της Αγίας Παρασκευής στη Κύθνο, η μέση μου με ξαναχτύπησε με τις κουζουλάδες που έκαμα. Το θαύμα της αγίας Παρασκευής δεν βάστηξε και πολύ, ίσως γιατί κάποια θαύματα βαστούν μόνο τρείς μέρες. Τέσσερεις βδομάδες τάβλα στο κρεβάτι, ο προβληματικός μου σπόνδυλος πίεσε το νεύρο με συνέπεια αφόρητους πόνους και ένα μουδιασμένο αριστερό πόδι. Η θεραπεία ξεκίνησε οσονούπω με σκοπό την πλήρη ετοιμότητα για τα επόμενα ταξίδια που περίμενα πως και πως. Ο φυσιοθεραπευτής μου, ( νάναι καλά ) έκανε ότι μπορούσε για να μπορέσω να σηκωθώ και να περπατήσω, αλλά για μετακίνηση ήταν παρακινδυνευμένο, εγώ προσπαθούσα να τον πείσω ότι αδύνατον να μην πάω στα πανηγύρια που ήθελα, ο καλός μου γιατρός πείστηκε για την σπουδαιότητα του εγχειρήματος και με μια σειρά από προϋποθέσεις μού επέτρεψε τον απόπλου. Μου πέρασε του παράωρου η νέα παλαβάδα, αλλά έτρεμε το φυλοκάρδι μου για μια νέα επιδείνωση. Έπρεπε να ήμουν πολύ προσεκτικός, όχι τίποτα άλλο αλλά για να ολοκληρωθή η έρευνα! Με συνοδοιπόρο και φύλακα άγγελο τον φίλο μου Ηλία Προβόπουλο ξεκίνησα, κι ο Θεός βοηθός!

Η διαδρομή Διαφάνι – Όλυμπος το τοπίο άγριο, γυμνό, πέτρα όπου έφθανε το μάτι σου. Ενας πιό έμπειρος θα διάκρινε παντού, μέχρι τις πιό ψηλές κορφές, υπολείματα από τις πεζούλες, “τα σκάματα”, όπου κάποια εποχή – όχι πολύ παλιά – κάθε σπιθαμή γης καλλιεργούνταν με δημητριακά και αμπέλια.

Φθάσαμε στην Όλυμπο το πανέμορφο αυτό χωριό που από την εποχή του 1960 έχει προκαλέσει το ενδιαφέρον και έχει πολυφωτογραφηθεί από τους σπουδαιότερους Έλληνες και ξένους φωτογράφους (Μπαλάφας, Μάνος, Οικονομόπουλος). Πολύχρωμα πλουμίδια στην βεράντες των σπιτιών, πολύχρωμα στολίδια και στις φορεσιές κα στα στιβάνια των γυναικών του χωριού. Τους φωτογράφους που γοητεύτηκαν από την άγρια ομορφιά αυτού του τόπου ακολούθησαν αρχιτέκτονες, εθνολόγοι, λαογράφοι, ανθρωπολόγοι γιατί η Όλυμπος λόγω απομόνωσης διατήρησε όσο κανένα άλλο μέρος του Αιγαίου, την αρχιτεκτονική της, τον λαικό της πολιτισμό, τα ήθη και τα έθιμα, γεγονός που την έκανε πεδίο επιστημονικής έρευνας λαμπρό. Δεν είναι τυχαίο ότι η αφεντιά μου ήθελε πάσει θυσά να έχει την εμπειρία του πλέον ενδιαφέροντος πανηγυριού του Αρχιπέλαγους, του Αη-Γιαννιού στην Βρυκούντα.

Απογευματάκι πήραμε το δρόμο γιά Βρυκούντα αφού πρώτα αφήσαμε το αυτοκίνητο μας στον ενδιάμεσο σταθμό, στην Αυλώνα, τον παλιό σιτοβολώνα της Βορείας Καρπάθου. Ο αγροτικός οικισμός της Αυλώνας, μέχρις πριν πενήντα χρόνια, ευρισκόμενος στη μέση ενός εύφορου οροπεδίου, αποτελούσε το κέντρο της γεωργικής ζωής της περιοχής. Και σήμερα ακόμα μπορεί να διακρίνει κανείς ανάμεσα στις πετρόκτιστες μάντρες, τους λεγόμενους “στάβλους”. Στάβλοι λέγονταν οι χαρακτηριστικές αγροικίες της Αυλώνας, που εξασφάλιζαν την πρόχειρη διαμονή των Ολυμπίτικων οικογενειών, την εξυπηρέτηση των αγροτικών εργασιών μέχρι και την διαμονή των γεωργικών ζώων ενώ παραδίπλα το κάθε νοικοκυριό διατηρούσε το οικογενειακό του αλώνι.

Από την Αυλώνα ξεκινάει το μονοπάτι που μετά από μιάμιση ώρα δρόμο φθάνει στον Αη Γιάννη τον Βαπτιστή. Κόσμος πολύς, παρέες-παρέες κατέβαινε με τα πόδια το πλακόστρωτο μονοπάτι που παλιά οδηγούσε στην αρχαία πόλη της Βρυκούντας μιά από τις τέσσερεις αρχαίες πόλεις της Καρπάθου. Ανάμεσα στους συνοδοιπόρους, μερικά στολισμένα γαϊδουρομούλαρα, που τα συνόδευαν ντόπιες γυναίκες ντυμένες με την παραδοσιακή τους φορεσιά, μεταφέραν τρόφιμα, στρωσίδια και κουβέρτες για τον βραδυνό ύπνο. Σε κάποια στιγμή η διαδρομή δυσκόλεψε, το πλακόστρωτο χάθηκε καθώς τώρα έπρεπε να διασχίσουμε μιά απότομη χαλικοστρωμένη πλαγιά . Η θέα της θάλασσας και του τελικού προορισμού μας, που μόλις φάνηκε, διασκέδαζε τη ταλαιπωρία μας και την κάψα που εξέπεμπαν τα άγρια γκρίζα βράχια που μας περιτριγύριζαν. Σε λίγο βρισκόμασταν στο προορισμό μας.

Ενα μεγάλο ξύλινο στέγαστρο, καλόγουστα κατασκευασμένο από κορμούς δένδρων δέσποζε στην άκρη του μικρού ακρωτηρίου και χάριζε τη σκιά του στην υπαίθρια τραπεζαρία. Γύρω αμφιθεατρικά σε ειδικά διαμορφωμένες κλιμακωτές χωμάτινες ταράτσες ο ντόπιος κόσμος βιαστικά, ψάχνει να βολευτεί, να ακουμπήσει τα μπαγκάζια του και να απλώνει τα στρωσίδια του. Εδώ θα κοιμηθούν μικροί μεγάλοι ο ένας πάνω στον άλλο. Κάποιοι σύγχρονοι νέοι με υπνόσακους και μικρές σκηνές διαλέγουν πιό απόμακρες θέσεις. Τα τρία μικρά πέτρινα κτίσματα, η καντίνα, ο χώρος ντυσίματος των γυναικών και η κουζίνα σφίζουν απο κίνηση. Στην καντίνα έχει στηθεί “καφενείο” και παρέες προθερμαίνονται στις μαντινάδες, οι κοπελιές παραδίπλα δοκιμάζουν τις φορεσιές τους και στο μαγερειό τα καζάνια αρχίζουν να βράζουν. Μια σκάλα σκαλισμένη πάνω στο βράχο στη κόψη του γκρεμνού, είκοσι μέτρα πάνω απο τη θάλασσα, σε οδηγεί στην σπηλιά εκεί που είναι στεγασμένο το μικρό παρεκκλήσι του Αη-Γιάννη του Βαπτιστή. Μιά μεγάλη σπηλιά χωρητικότητας εξήντα ατόμων με έντονη μυρωδιά υγρασίας που μάταια πάσχιζαν τα μεγάλα βασιλικά και τα λιβάνια να την απαλύνουν. Ένα κάτασπρο τοιχάκι με δυό αρχαίες κολώνες ορίζουν τον χώρο του ιερού και παραδίπλα στο ψαλτήρι οι ψάλτες και ο πάπα Γιάννης μέσα σε μία ιδιαίτερα κατανυκτική ατμόσφαιρα έχουν ξεκινήσει τον Εσπερινό.

Αφού ολοκλήρωσα την πρώτη ανίχνευση, βρήκα και γω τη γωνίτσα μου και προσπάθησα για λίγο να ξεκουράσω τη μέση μου που ήδη διαμαρτυρόταν έντονα.

Μιά ώρα αργότερα το φεγγάρι ανέτειλε πάνω από το νησί της Σαρίας, λούζοντας στο φως τις μανάδες που δέναν τα κεφαλομάντηλα των θυγατέρων τους. Σκηνές θεατρικές, απίστευτης ομορφιάς που τις απαθανάτιζα αχόρταγα με τη μηχανή μου. Εν τω μεταξύ ο κόσμος άρχισε να τοποθετείται στους πάγκους για το δείπνο. Τα φαγητά άρχισαν να σερβίρονται με τάξη στα τραπέζια και το δείπνο ξεκίνησε με την ευλογία του παπα-Γιάννη.

Γύρω του είχαν καθίσει οι ψάλτες και κάποιοι ντόπιοι που ξεχώριζαν από τη φυσιογνωμία και την κορμοστασιά τους. Το κοκκινιστό κατσικάκι ήταν σκέτο λουκούμι και φαγώθηκε τάχιστα. Αμέσως μετά το φαγητό αρχίσαν να ψάλλονται εκκλησιαστικά απολυτίκια, κάτι που βέβαια πρώτη φορά συναντούσα σε πανηγύρι – που να ξερα πόσες φορές δεν θα λεγα αυτές τις μέρες στην Ολυμπο, το για πρώτη φορά – και στο τέλος κάθε απολυτίκιου όλοι οι συνδαιτημόνες άρχισαν να κτυπούν το πιρούνι τους στην άκρη του πιάτου τους, εκδηλώνοντας έτσι, σύμφωνα με τη βυζαντινή, καθώς έμαθα συνήθεια, τη συμμετοχή τους στην κοινή χαρά. Αφού τραγουδηθήκαν τρία-τέσσερα τροπάρια ο παπάς έδωσε το σύνθημα στον πρωτομερακλή να ξεκινήσει το τραγούδι. Οι οργανοπαίκτες, λυράρης και λαγουτιέρης κούρντισαν τα όργανα και αρχίσαν τους σκοπούς. Το κύριο χαρακτηριστικό των πανηγυριών της Ολύμπου είναι η αυστηρότητα στην απόλυτη τέλεση της τελετουργίας τους. Τίποτα δεν γίνεται τυχαία και πολύ σπάνια διασαλεύεται η τάξη, γι’ αυτό και τα καλά γλέντια θεωρούνται αυτά που διεξάγονται με απόλυτη ησυχία και τάξη.

Το πανηγύρι λοιπόν ξεκίνησε με το “καθιστό γλέντι” και τον λεγόμενο “συρματικό” σκοπό. Το συρματικό τραγούδι είναι η εισαγωγή στο γλέντι, καθότι τραγούδι με γνωστούς στίχους, προθερμαίνει τους γλεντιστές της παρέας που ακόμα δεν έχουν έλθει σε ευθυμία. Τα συρματικά που ακουστήκαν περιελάμβαναν ένα από τον ακριτικό κύκλο και ένα εθνικού χαρακτήρα ηρωικό τραγούδι ( “Του Κιτσου η μάνα κάθονταν” και μάλιστα ολόκληρο). Λίγο αργότερα αρχίσαν οι μαντινάδες. Οι μαντινάδες είναι τραγούδια αυτοσχέδια, στιχοπλασίες της στιγμής, που τα τραγουδούν τα μέλη της παρέας ο καθείς με την σειρά του, και που σε δεκαπενταντασύλλαβο στίχο αναφέρονται σε διάφορα “θέματα”, κυρίως εγκωμιαστικά, συναισθηματικά, κοινωνικοί σχολιασμοί, θέματα καθημερινότητας κλπ. Ο χαρισματικός λυράρης είναι αυτός που πρέπει να συνοδεύει σωστά τον σκοπό του κάθε τραγουδιστή, να επαναλαμβάνει δυνατά τους στίχους, ώστε κατόπιν να τους επαναλαμβάνει όλη η παρέα. Συχνά παρεμβαίνει και αυτός στα θέματα και όταν ο “δημόσιος τραγουδιστικός διάλογος” φτάνει σε αδιέξοδο αυτός θα δώσει τραγουδιστικά τη λύση ανοίγοντας άλλο θέμα. Η παρουσία του λυράρη είναι πρωταγωνιστική γιατί τελικά είναι αυτός που βαστάει την παρέα δεμένη και διαμορφώνει το κέφι της. Λυράρης και αρχιγλεντιστής στο πανηγύρι μας ήταν ο Μιχάλης Ζωγραφίδης. Ο Κυρ-Μιχάλης έπιασε για πρώτη φορά λύρα στα χέρια του όταν ήταν μόλις δέκα ετών και σήμερα μισόν περίπου αιώνα μετά αναγνωρίζεται ως ο καλύτερος μαντιναδόρος λυράρης του νησιού, με ρεκόρ συνεχούς παιξίματος τις εικοσιπέντε ώρες! Εξομολογείται για τις μαντινάδες: “Eλάχιστοι είναι αυτοί που μπορούν να παίζουν λύρα και να τραγούδουν αυτοσχέδιες μαντινάδες. Το παν ειναι η μαντινάδα σου να έχει ζουμί, να είναι επίκαιρη και να την φτιάχνεις στη στιγμή. ”.

Καθ’ότι το ενδιαφέρον μου είχε επικεντρωθεί στο περιεχόμενο των μαντινάδων και στον τρόπο μετάβασης από τον ένα τραγουδιστή στον άλλο, μου είχε διαφύγει ότι γυρω από το τραπέζι είχε αρχίσει ο “κάτω χορός”. Ο κάτω χορός είναι ένας πολύ αργός χορός που τον ξεκινάει διακριτικά ο αρχιγλεντιστής, στην αρχή με μία ντάμα. Τα βήματα του, αργόσυρτα, δύο μπρός ένα πίσω δέν τραβούν καθόλου την προσοχή, καθώς η μιά περιστροφή γύρω από την κεντρική τραπεζαρία μπορεί να έκανε πάνω από ένα τέταρτο για να ολοκληρωθεί. Σ’ολη τη διάρκεια των μαντινάδων, που βάστηξαν περί τις δυό ώρες κάθε τόσο προστίθενταν χορευτές στη πίστα, οι άνδρες με τα κανονικά τους ρούχα και οι κοπελιές με τις πολύχρωμες τοπικές φορεσιές τους, τα κεφαλομάντηλά τους και τις “κολαϊνες” τους.( τα περιδέραια με τα χρυσά νομίσματα).

Γύρω στα μεσάνυχτα, οι χορευτές είχαν δημιουργήσει ένα τεράστιο ημικύκλιο και παρατεταγμένοι με τα χέρια σταυρωτά βαστούσε ο καθένας τους παραδίπλα του και με σοβαρή και αυστηρή παρουσία κοίταζαν προς το μέρος των γλεντιστών. Η μουσική παρέμενε να υποστηρίζει τις μαντινάδες, ο χορός παρότι σταθερά αργόσυρτος άρχισε να καταλαμβάνει σημαντικό χώρο και να πλανιέται έντονα στον αέρα η αίσθηση κάποιας προσμονής. Εκείνη τη στιγμή, κάποιοι ανέβασαν πάνω στο τραπέζι έναν πάγκο και εκεί σκαρφάλωσαν τα προηγούμενα όργανα με την μόλις αφιχθείσα τσαμπούνα του Γιάννη Αντιμισιάδη. Οι μαντινάδες σταμάτησαν και ο χορός πρωτοστατούσης πλέον της τσαμπούνας – που ως γνωστόν ξεσηκώνει τους χορευτές – άρχισε να επιταχύνει.

Μεταξύ του κάτω χορού ή αλλιώς του “σιγανού” και του “πάνω χορού” μεσολαβεί ο “γονατιστός” με δυό τρεις σκοπούς που στόχο έχει να προθερμάνει τους χορευτές. Ο πρωτοσύρτης που υπομονετικά επι δυό ώρες οδηγούσε το χορό, τώρα έχει όλη τη ευχέρεια να κάνει όλα τα τσαλιμάκια του, τα τσακίσματά του, τους αυτοσχεδιασμούς και τις φιγούρες του, χορεύοντας όσες ντάμες είχε δίπλα του. Αφού αποζημειώθηκε με το παραπάνω ήλθε η ώρα να παραχωρήσει την θέση του στον επόμενο. Ο επόμενος είναι πάντα αυτός που βρίσκεται στην άλλη άκρη του χορού. Αυτός αφού πάρει το μήνυμα παίρνει τις ντάμες του – συνήθως δυό τρείς – και πάει μπροστά από τον προηγούμενο πρωτοσύρτη και χορεύει κι αυτός διαδοχικά τις ντάμες του. Μόλις τελειώσει , ειδοποιεί τον επόμενο τελευταίο και ούτω καθ’ εξής οι έσχατοι έσονται πρώτοι.

Το σύστημα αυτό του χορού λέγεται “κάβος”, καθώς έτσι ονομάζεται ο ευρισκόμενος στη θέση του πρωτοσύρτη. Οι χορευτές δεν παραλείπαν βέβαια την ώρα της αλλαγής, να πετούν χαρτονομίσματα στην πίστα, τα οποια κάποιοι μαζεύαν, τα τύλιγαν ρολό και τα βάζαν μέσα σε μιά φυάλη ουισκιού στα πόδια των μουσικών. Ο κάβος συνεχίστηκε μέχρι τις έξι το πρωί αφού είχε χορέψει όλος ο κόσμος, οπόταν κόπηκε για να χορέψουν καλαματιανούς, συρτούς, κρητικούς και άλλους χορούς που ενθουσίαζαν κυρίως τους νέους χορευτές. Κάτι σαν φασαρία έγινε εκείνη τη ώρα, δέν έδωσα πολύ σημασία γιατί ήμουν μακρυά, αλλά κατά πως με πληροφόρησε ένα ντόπιος, πάντα το κόψιμο του χορού θέλει την προσοχή του, γιατί μπορεί να προσβληθεί ο κάθε “κομένος” που περιμένει ώρες για βγεί στον κάβο. Ο χορός συνεχίστηκε ώς τις οκτώ το πρωί!

Το πρωί μόλις ξύπνησα, με δυό ώρες ύπνο, συνάντησα ένα πλήθος που είχε και αυτό ή κοιμηθεί ελάχιστα ή δεν είχε κοιμηθεί καθόλου, να σηκώνεται από τα στρωσίδια του, οι γυναίκες να ξαναφορούν τις φορεσιές τους και να προετοιμάζεται για τη πρωινή Λειτουργία.

Στο τέλος της, οι προσκυνητές στη σειρά παρέλαβαν τεμάχια άρτου, λουκουμάδες με μέλι – που τηγανίζονταν όλο το βράδυ -, και φέτες από καρπούζι όπως το λέει το έθιμο. Κατά τις έντεκα στρωθήκαμε στο τραπέζι για την πατροπαράδοτη ρεβιθάδα. Άλλες χρονιές επακολουθούσε γλέντι, μαντινάδες και χορός, αλλά λόγω της αφόρητης ζέστης ο κόσμος έφυγε για να συνεχίσει το βράδυ του Αη-Γιαννιού το πανηγύρι στην Αυλώνα.

Την δεύτερη μέρα της γιορτής πήγαμε και εμείς στην Αυλώνα, γιατί στο χοροστάσι του χωριού θα ολοκληρωνόταν ο τριήμερος εορτασμός. Εκεί στο μοναδικό ταβερνάκι της οικογένειας Λεντάκη, πριν αρχίσει ο χορός, είχα την τύχη να παρευρεθώ σ’ένα αυθόρμητο γλεντάκι ανάμεσα σε μιά δεκαριά ντόπιους Ολυμπίτες. Γύρω από ένα τραπέζι με μεζέδες και ανάμεσα στα κεράσματα, απόλαυσα τις μαντινάδες όχι σαν κεντρικό θέαμα ενός μεγάλου πανηγυριού, όπως στην Βρυκούντα αλλά σαν μία συζήτηση, ανάμεσα στους παρευρισκόμενους. Μιά κανονική τραγουδιστική κουβέντα με σεμνούς καθοδηγητές τους μουσικούς Μανώλη και Βασίλη Κανάκη, που μετατοπίζονταν χαλαρά από το ένα θέμα στο άλλο, έτσι ώστε να συμμετάσχουν και συνομιλήσουν άπαντες.

Εκεί διαπίστωσα ότι η μουσικότητα, το τραγούδι, η δημιουργία στίχων στιγμιαίας έμπνευσης ήταν ένα συστατικό κομμάτι της “παιδείας” κάθε άνδρα Ολυμπίτη. Γιατί με μεγαλύτερη ή πιο περιορισμένη στιχουργική έμπνευση, καλλίφωνοι ή φάλτσοι, οι Ολυμπίτες με τις μαντινάδες έμαθαν να εκφράζονται και να επικοινωνούν.

Στο χοροστάσι κάποια στιγμή είδαμε κίνηση και δώθηκε το σύνθημα να κατευθυνθούμε κατά κει. Πάνω σε ένα γιγάντιο τραπέζι φτιαχμένο από μπετό ήταν στημένες οι καρέκλες των μουσικών και γύρω του οι καρέκλες των μερακλήδων. Στην εξέδρα καθόνταν οι χορευτές που αναμέναν να μπουν στο χορό. Η τελευταία μέρα του πανηγυριού ήταν οι μέρα των νέων. Εδώ θα φαινόταν η πρόοδος των νέων χορευτών αλλά και θα πρωτοχόρευαν επίσημα κοριτσάκια κάτω των δέκα με τις καλές φορεσιές του.

Αρκετές φορές τα πανηγύρια και τα γλέντια που γίνονται μέσα στο χωριό της Ολύμπου και τελειώνουν σε μεταμεσονύχτιες ώρες, εξελισονται σε πατινάδες. Η παρέα των μερακλήδων και γλεντιστών, που βέβαια δεν χόρτασαν από την διασκέδαση, μαζί με τα όργανα παίρνουν σβάρνα τα στενά, τραγουδώντας μαντινάδες. Άλλοτε η παρέα τραγουδά σε ντόπιους, άλλοτε σε ξενιτεμένους που γύρισαν στην πατρίδα ή σε νεοφερμένους, και άλλοτε στις “αγαπητικές” των νέων που συμμετέχαν στις πατινάδες. Η πατινάδα ακουγόταν πάντα ευχάριστα στο χωριό και ποτέ δεν προκαλούσε δυσανασχέτιση. Τουναντίον πολλές φορές οι νοικοκύρηδες βγαίναν στα μπαλκόνια, και ευχαριστούσαν με λόγια και με κεράσματα, την παρέα για την τιμή και τη χαρά που τους έκαναν να επισκεφθούν το σπιτικό τους. Η πιό συγκινητική στιγμή πάντως ήταν όταν η παρέα πέρναγε ψηλά πάνω από το Νεκροταφείο, οπόταν τραγουδάγαν μαντινάδες γι αυτούς που φύγαν και το κλαμα έπεφτε σύννεφο. Το να προκαλεί ο γλεντιστής με τα στιχάκια του συγκίνηση και κλάμα ήταν στα υπέρ του. Το κύριο όμως ήταν οτι οι φευγάτοι για τον άλλο κόσμο ζούσαν στην μνήμη της παρέας που δεν ήθελε με κανένα τρόπο να τους ξεχάσει.

Την τελευταία βραδυά πριν φύγουμε απο την Ολυμπο περάσαμε από το καφενείο του Αντώνη Ζωγραφίδη – αδελφου του λυράρη -, στην πλατεία του χωριού. Ο κυρ-Αντώνης, αξιοσέβαστο άτομο, μεγάλος τσαμπουνιέρης – του επέτρεψαν να παίξει τσαμπούνα σε δημοσιο χώρο από τα δεκάεξι του – και σπουδαίος μερακλής, καθόταν με άλλους γλεντιστές και σχολιάζαν τα γεγονότα των ημερών, κάναν δηλαδή το γνωστό “κουρέττο”. Μιά τυχαία συνάντηση εκεί με τον πρωταγωνιστή της παρεξήγησης – αυτής που δεν αντελήφθηκα τα χαράματα στη Βρυκούντα - του φετεινού πανηγυριού, και ο τρόπος που τον αντιμετώπισε η ομήγυρης ήταν για μας, οτι έπρεπε για να κατανοήσουμε κατά τον καλύτερο τρόπο την πεμπτουσία του τρόπου σκέψης, της ιεράρχησης των τοπικών αξιών και της Ολυμπίτικης τάξης. Ο Γιάννης ένα γλυκό όμορφο παληκαράκι είκοσι ετών, μεγαλωμένος στη Γερμανία από Ολυμπίτη μετανάστη, παλιό γλεντιστή, περιμένει πώς και πώς το καλοκαίρι για να παραθερίσει στο χωριό. Φέτος συμμετείχε στο πανηγύρι όπως κάθε χρόνο και είχε την ατυχία, καθώς συμμετείχε στον κάβο, εκεί γύρω στις έξι το πρωί, και ήλθε η ώρα η χορέψει – είχε χορέψει ήδη την πρώτη ντάμα του και περίμενε να χορέψει και τη δεύτερη – να κόψει ο πρωτογλεντιστής τον χορό. Ο Μιχάλης Ζωγραφίδης, ο μεγάλος λυράρης που διασκέδαζε χωρις διακοπή επι πέντε ώρες τους πανηγυριστές, αποφάσισε κείνη την ώρα να το γυρίσει σε καλαματιανό.

Ο Γιάννης και η κοπελιά αντέδρασαν, κατ’ αυτούς κάπως απότομα κατ’ άλλους η δεύτερη τελείως ανάρμοστα, απέναντι στη ψυχή του πανηγυριού. Η παρεξήγηση αποφεύχθη αλλά το γεγονός είχε καταγραφεί. “Κάποιος δικός μας είχε αντιμιλήσει και δεν σεβάστηκε το πρωτοβιολάτορα! ”. Η ομήγηρη καθώς περνούσε ο Γιάννης από το καφενείο, τον κάλεσε και του έκαμε παρατηρήσεις για τη συμπεριφορά και τη στάση του. Ο Γιάννης πραγματικά συντριμένος από την κριτική, με βουρκωμένα μάτια απολογείτο ότι δεν έβρισαν, απλώς αντέδρασαν, και ότι όλο το χρόνο ζει για να χορέψει το καλοκαίρι στο πανηγύρι όπου τελικά φέτος δεν τα κατάφερε. Και τότε ένας παλιός μερακλης του λέει αυστηρά: “Και πως τολμάς να ανεβείς στο χορό και να χορέψεις, αφου δεν ξέρεις και πηδάς σαν αρκούδι. Κάτσε μάθε το χορό και μετά ζήτα να χορέψεις. Ετσι προσβάλεις και τον εαυτό σου, και την οικογενειά σου αλλά και όλους εμάς καθώς στον “πάνω χορό” χορεύει όλο το χωριό και αυτός που χορεύει τοσο ατσούμπαλα το προσβάλει ”. Εδώ ο Γιάννης έσπασε, άρχισε να κλαίει με λυγμούς. Οι αντιδράσεις έδειχναν πόνο και οδύνη για τη προσβολή, την αδικία γιατί έκανε οτι μπορούσε γιά μάθει καλά τον χορό στη Γερμανία που ζούσε. Στη πίεση απάνω ο Γιάννης ξεφούρνησε αυτό που ζούνε και νιώθουν οι νέοι στις σύγχρονες κοινωνίες. “ Εγώ στο κάτω-κάτω της γραφής δεν θέλω να με κρίνει το χωριό σαν καλό χορευτή, εγώ θέλω να ζήσω την προσωπική μου χαρά χορεύοντας με την παρέα μου”. Η αντίδραση εδώ από τη γερουσία ήταν καθόλική. Πού ακούστηκε τέτοια απάντηση!

Προφανώς πιά δεν μιλούσαμε για το προσωπικό πρόβλημα του Γιάννη. αλλά για τη σύγκρουση δυό διαφορετικών πολιτισμών. Του πολιτισμού της ελευθερίας και της ατομικότητας της Δυτικής κοινωνίας με τον πολιτισμό της παράδοσης και της τάξης. Της όποιας τάξης διαμόρφωνε η κοινωνία κάθε τόπου. Το πρόβλημα πέρασε το επίπεδο της αντιπαράθεσης και αντιμετωπίσθηκε ευρύτερα. Οι γιαγιάδες που καθόνταν διακριτικά στα σκαλάκια παίρνουν το μέρος του Γιάννη, βλέποντας το παληκαράκι να σπαράζει, αντιμετωπίζουν το γεγονός συναισθηματικά και με μεγάλη κατανόηση. Οι μερακλήδες άνδρες με την απόλυτη σκληρότητα. Με τάξη, ιεραρχίες, δοκιμασίες και κανόνες. Δεν μπορεί όποιος και όποιος, “στον χορό του χωριού”, να τραγουδήσει μαντινάδες, να παίξει μουσικά όργανα, να χορέψει αν δεν έχει περάσει εξετάσεις. Η συζήτηση τράβηξε μέχρι άργά τα μεσάνυχτα, μπήκαν και άλλες διαστάσεις. Το “αγαπάω το χωριό και σέβομαι τα έθιμά του” του Γιάννη έπρεπε να ταιριαχθεί, με το “μπορώ να κατανοήσω τους εσωτερικούς του κώδικες, να σέβομαι τους κανόνες που διέπουν όλους τους γλεντιστές, χωρίς να χάσω τη δυνατότητα να απολαμβάνω τα αισθήματα μου και τις ελευθερίες μου”. Μετά από ώρα συζήτησης εχω την εντύπωση ότι το παληκάρι πήρε τα μήνυματα και κάποια στιγμή ελπίζω να πάρει επάξια τη θέση του στον χορό του χωριού. Για τους δε μερακλήδες και γλεντιστές του χωριού πιστεύω ότι με μιά μεγαλύτερη κατανόηση και βάζοντας λίγο νερό στο κρασί τους θα αποτρέψουν την απομάκρυνση της σημερινής νεολαίας (που έχει άλλωστε τόσες επιλογές) από τον κορμό της Ολυμπίτικης κοινότητας.

Φεύγοντας απο την Ολυμπο ένιωσα πραγματικά εντυπωσιασμένος από την ιδιαιτερότητα, τον πλούτο και την ανθεκτικότητα του λαϊκού της πολιτισμού. Παρ’ όλη την δυσαρέσκεια και την ανησυχία των παλιών Ολυμπιτών για το χάσιμο των εθίμων από τις νέες γενιές, η άψογη οργάνωση των τελετουργιών του πανηγυρίου και η αθρόα συμμετοχή των ντόπιων και απανταχού Ολυμπιτών, μου δημιούργησαν την εντύπωση οτι καταγράφηκε απερίφραστα η βούληση όλων, η επιβίωση αυτού του δείγματος κοινωνικού βίου να μην αποτελέσει μόνο μιά πράξη στιγμιαίας και νοσταλγικής επιστροφής σε ένα κόσμο που χάνεται, μιά πράξη διατήρησης της ταυτότητας του Ολυμπίτικου παραδοσιακού πολιτισμού, αλλά και σαν μιά ευκαιρία αναστοχασμού και επαναξιολόγησης των αξιών του σύγχρονού μας πολιτισμού.


πηγή

Δεν υπάρχουν σχόλια: