Σάββατο 16 Ιανουαρίου 2010

Ορθόδοξες ρίζες και άγιοι τής Νορβηγίας

Το 898 μ.Χ. οι άγριοι Βίκινγκς επιτέθηκαν στη Μεγάλη Βρετανία. Ο άγιος Έντμουντ, βασιλιάς της Ανατολικής Αγγλίας, αφού αντέταξε σθεναρή αλλά μάταιη αντίσταση, παραδόθηκε στους Βίκινγκς το 869, για να πάψει η αιματοχυσία και στους δύο στρατούς. Θανατώθηκε με βέλη, δεμένος σε ένα δέντρο, αρνούμενος να σώσει τη ζωή του εγκαταλείποντας το χριστιανισμό. Ο λαός της Αγγλίας τον τίμησε και τον τιμά ως άγιο και ήρωα. Το παράξενο όμως είναι ότι 10-20 χρόνια αργότερα, οι Βίκινγκς άποικοι της Ανατολικής Αγγλίας έκοψαν νομίσματα, αφιερωμένα στη μνήμη του!

Εδώ θα πρέπει να παρατηρήσουμε ότι είναι παράλογο οι κατακτητές να τιμούν ως άγιο το βασιλιά των κατακτημένων, που οι ίδιοι κατανίκησαν, τον ανάγκασαν να παραδοθεί και τον βασάνισαν μέχρι θανάτου δεμένο σ’ ένα δέντρο σαν κοινό δούλο. Είναι παράλογο να τιμούν ως άγιο τον εθνικό ήρωα των κατακτημένων, που εμψυχώνει τα όνειρα και τις εθνικές φιλοδοξίες τους.

Τα 10 ή 20 χρόνια είναι πολύ λίγα, για να έχει ξεχαστεί η βαριά ήττα στις ψυχές των Βρετανών (τα θύματα, οι λεηλασίες και όλα τα επακόλουθα) και να ζήσουν σαν αδέρφια με τους πρώην επιδρομείς, που ήταν πλέον «άποικοι».

Ας θυμηθούμε ότι το 1031 οι Δανοί κατακτητές της Νορβηγίας προσπάθησαν να αποτρέψουν την αναγνώριση του νεκρού βασιλιά Όλαφ Β΄ ως αγίου από τους Νορβηγούς.

Το 1594 οι Τούρκοι έκαψαν, στο Μιλέσοβο της τουρκοκρατούμενης Σερβίας, το άφθορο σώμα του θαυματουργού αγίου Σάββα της Σερβίας, που αποτελούσε εθνικό σύμβολο των υπόδουλων Σέρβων.
Σε όλη τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας οι Τούρκοι κατέβαλαν κάθε προσπάθεια να αποτρέψουν την απόδοση τιμής από τους ραγιάδες στους αγίους νεομάρτυρες, ξέροντας ότι αυτή η τιμή εγκυμονεί επαναστάτες. Έτσι τους εξέθεταν άταφους, πετούσαν τα σώματά τους στη θάλασσα ή προσπαθούσαν να τα κάψουν κ.τ.λ.

Ο Charles Williamson σε επιστολή του στον Joseph Tarn, περιγράφοντας το μαρτύριο του αγίου νεομάρτυρα Αθανασίου στη Σμύρνη (του οποίου υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας), έγραψε ότι, αμέσως μετά τον αποκεφαλισμό του, οι Τούρκοι έχυσαν κουβάδες με νερό στο λαιμό και το κεφάλι του, για να μην προλάβει το συγκεντρωμένο χριστιανικό πλήθος να πάρει από το αίμα του αγίου βουτώντας τα μαντήλια του (1).
Αυτό λοιπόν το παράδοξο, να τιμηθεί ο άγιος Έντμουντ από τους κατακτητές και δημίους του, μπορεί να ερμηνευτεί πολιτικά, αλλά κατά τη γνώμη μας η πιθανότερη ερμηνεία είναι ότι οι Βίκινγκς αναγνώρισαν την αγιότητά του λόγω των πολλών θαυμάτων του – όπως ακριβώς και οι μουσουλμάνοι αναγνωρίζουν την αγιότητα της Παναγίας, του αγ. Γεωργίου, του αγ. Αρσένιου του Καππαδόκη κ.π.ά., λόγω των πολλών θαυμάτων τους.

Πιθανόν η περίπτωση του αγίου Έντμουντ να είναι μία από τις πρώτες περιπτώσεις, όπου Νορβηγοί Βίκινγκς συνάντησαν το χριστιανισμό και τον μετέφεραν στην πατρίδα τους – δημιουργώντας εκεί τους πρώτους μικρούς και άγνωστους θύλακες χριστιανών.

Βασιλιάς Όλαφ Α΄ - Ο αποτυχημένος «ιεραπόστολος» (δεν τιμάται ως άγιος)
Δισέγγονος του βασιλιά Χάραλντ Α΄ και γιος του ισχυρού Βίκινγκ τοπάρχη Τρύγκβι Όλαφσον, ο Όλαφ Τρύγκβεσον (Olaf I Tryggvason, περ. 963-1000 μ.Χ.) φυγαδεύτηκε από τη μητέρα του Άστριντ μετά τη δολοφονία του πατέρα του από το βασιλιά Χάραλντ Β΄ και έζησε τα παιδικά του χρόνια στο Νόβγκοροντ, στην αυλή του μεγάλου ηγεμόνα του Κιέβου αγίου Βλαδίμηρου. Στη συνέχεια πολέμησε υπό τις διαταγές του Βένδου ηγεμόνα Βουρισλάβου, του οποίου και παντρεύτηκε την κόρη. Κατά την περίοδο 990-993 διέμεινε στην Ιρλανδία, όπου ασπάστηκε το χριστιανισμό (χωρίς να βαφτιστεί) και παντρεύτηκε σε δεύτερο γάμο μια Ιρλανδή πριγκίπισσα. Το 991 και 994 συμμετείχε σε δύο επιδρομές των Βίκινγκς κατά της Αγγλίας. Κατά τη διάρκεια της δεύτερης, βαπτίστηκε χριστιανός με ανάδοχο το βασιλιά Εθελρέδο Β΄. Στη συνέχεια επέστρεψε στη Νορβηγία (995) και με τη βοήθεια ισχυρών τοπαρχών κατόρθωσε, μετά το θάνατο του βασιλιά Χάακον, να αναγορευτεί βασιλιάς.
Ικανός και φιλόδοξος βασιλιάς, ο Όλαφ ενοποίησε μεγάλο μέρος της Σκανδιναβίας υπό το σκήπτρο του και προσπάθησε να εισχωρήσει στη διαδοχή του θρόνου της Σουηδίας, μέσω γάμου με την πριγκίπισσα Ζίγκφριντ την Υπερήφανη. Απέτυχε όμως, γιατί προσπάθησε να επιβάλει τη χριστιανική πίστη στην παραλίγο σύζυγό του, ενώ εκείνη επέμεινε πεισματικά στη λατρεία των θεών της. Έτσι, ο Όλαφ παντρεύτηκε σε τρίτο γάμο τη Δανή πριγκίπισσα Θάυρα, εμφανίζοντας τον εαυτό του ως δικαιούχο των κτήσεών της. Τελικά κήρυξε επεκτατικό πόλεμο εναντίον της Δανίας και της Σουηδίας, κατά τη διάρκεια του οποίου πνίγηκε στη ναυμαχία του Σβέλντερ (ρίχτηκε στη θάλασσα για να μην αιχμαλωτιστεί). Η ήττα αυτή και ο θάνατός του προκάλεσαν τη δανοσουηδική κυριαρχία στη Νορβηγία (1000-1015), η οποία έληξε σε πρώτη φάση με τη δράση του αγίου Όλαφ Β΄.

Ο Όλαφ Α΄ εργάστηκε με πάθος για τη διάδοση του χριστιανισμού στους ειδωλολατρικούς πληθυσμούς της χώρας του και των αποικιών της (Ισλανδία, Γροιλανδία, Φερόες κ.ά.). Το πάθος αυτό όμως, σε συνδυασμό με τη φιλοδοξία του, φαίνεται πως τον οδήγησε να φερθεί ως Βίκινγκ και όχι ως χριστιανός! Προσπάθησε να επιβάλει το χριστιανισμό με τη βία, κηρύσσοντας διωγμό κατά της αρχαίας σκανδιναβικής θρησκείας και υποβάλλοντας σε βασανιστήρια και φρικτούς θανάτους όσους του αντιστέκονταν.
Συνέχισε δηλαδή να συμπεριφέρεται με τον ίδιο τρόπο που θα συμπεριφερόταν, αν δεν είχε γνωρίσει ποτέ το χριστιανισμό – για μας τους ορθόδοξους χριστιανούς, είναι φανερό ότι ποτέ δεν τον γνώρισε αληθινά. Περιττό να πούμε ότι η προσπάθειά του έπεσε στο κενό, καθώς ο πληθυσμός της Νορβηγίας, ακόμη και σε περιπτώσεις που επιφανειακά αποδεχόταν το βάπτισμα, εξακολούθησε να λατρεύει τους αρχαίους θεούς του και να εφαρμόζει τα σκληρά του έθιμα, όπως η έκθεση των βρεφών (δηλ. η συνήθεια να εγκαταλείπονται τα ανεπιθύμητα μωρά στα δάση, για να πεθάνουν ή να κατασπαραχθούν από τα θηρία).

Ωστόσο, παρόλο που απορρίπτουμε ασυζητητί τις αποτρόπαιες μεθόδους, που φέρεται να χρησιμοποίησε ο Όλαφ, πρέπει να επισημάνουμε κάτι παράδοξο: αμέσως μετά το θάνατό του ο Όλαφ Α΄ μετατράπηκε σε θρυλικό ήρωα που αγαπήθηκε υπερβολικά από τους Νορβηγούς (δεν τιμάται ως άγιος).

Είναι ένας από τους λαοφιλέστερους ήρωες της Νορβηγίας και το πρόσωπό του έδωσε έμπνευση για πολλά επικά και καλλιτεχνικά έργα τους αιώνες που ακολούθησαν. Δημιουργήθηκε μάλιστα ο θρύλος ότι δε σκοτώθηκε, αλλά πρόκειται να επιστρέψει για να αποτινάξει το δανοσουηδικό ζυγό!

Ειλικρινά, πρόκειται για μια παραδοξότητα, που ίσως πρέπει να μας κάνει να επανεξετάσουμε την εικόνα που έχει καθιερωθεί γι’ αυτόν. Ένας λαός δεν τιμά ως μεγάλο εθνικό του ήρωα (που προσδοκά με ελπίδα την επιστροφή του) ένα βασιλιά που επιτίθεται εναντίον του ίδιου του λαού του και, με σωρεία φρικαλεοτήτων, επιχειρεί να ξεριζώσει την ιστορική αρχαία θρησκεία του και να επιβάλει μια ξένη θρησκεία – και μάλιστα να επιβάλει σ’ ένα περήφανο πολεμικό έθνος τη θρησκεία ενός νικημένου και ταπεινωμένου εχθρού του.

Ένας λαός –και μάλιστα πολεμικός και αδούλωτος– δεν τιμά ως μεγάλο εθνικό του ήρωα έναν βασιλιά, που η επεκτατική πολιτική του προκαλεί συντριπτική ήττα και πολυετή υποδούλωση. Εκτός αν έχει άλλους λόγους να τον αγαπήσει τόσο, αν δηλαδή άλλες, θετικές πράξεις του ξεπέρασαν σε σημασία, για τη συνείδηση του λαού, την ήττα και την ξένη κατοχή που προκάλεσε με την υπέρμετρη φιλοδοξία του.
Μήπως λοιπόν ο Όλαφ δεν ήταν τόσο σκληρός όσο τον παρουσιάζουν οι μεσαιωνικές πηγές, όπως ο Ισλανδός συγγραφέας του 12ου αιώνα Σνόρι Στούρλουσον (Snorri Sturluson);
Ή μήπως οι αναφορές αυτές παρανοήθηκαν, και η σκληρότητά του στράφηκε στην πραγματικότητα μόνον ενάντια σε μάγους και σε εκμεταλλευτές του λαού και ενάντια σε ανθρώπους που επέμεναν σε απάνθρωπες πρακτικές, όπως η έκθεση των βρεφών και οι ανθρωποθυσίες για τη λατρεία των αρχαίων θεών (2);
Μήπως αυτά τα αρχαία σκανδιναβικά έθιμα ήταν ένας λόγος να θέλει ένα μέρος τουλάχιστον του λαού να αντικατασταθεί η ειδωλολατρία με το χριστιανισμό; Μήπως (πράγμα πολύ πιθανό) η βία του Όλαφ δεν στράφηκε τόσο κατά των ανθρώπων που «αρνούνταν να γίνουν χριστιανοί», όσο κατά των πολεμιστών αντιπάλων του και των οπαδών τους, πράγμα αποδεκτό από τα σκληρά ειδωλολατρικά ήθη του πολιτισμού των Βίκινγκς;

Όλα αυτά είναι ερωτήματα που δεν έχουμε τη δυνατότητα να τα απαντήσουμε μετά από τόσους αιώνες. Γεγονός είναι ότι η βάπτιση του Όλαφ στην Αγγλία πρέπει να αποδοθεί μάλλον σε ειλικρινή πίστη, παρά σε πολιτικές ή άλλου είδους σκοπιμότητες, αφού οι επιδρομείς είχαν κατανικήσει το αγγλικό βασίλειο και είχαν λάβει 16.000 λίβρες χρυσού για να σταματήσουν τις επιδρομές. Δεν έχει νόημα ο υπερήφανος νικητής να ασπάζεται τη θρησκεία του ηττημένου αντιπάλου του, και μάλιστα να προσπαθεί να την επιβάλει στο λαό του. Επίσης, πρέπει να επισημάνουμε ότι στα Έπη της Βινλανδίας (Vinland Sagas – Vinland, δηλ. «γη του κρασιού», είναι το όνομα που έδωσαν οι Βίκινγκς στην αμερικάνικη γη, όταν ταξίδεψαν σ’ αυτήν κατά τη βασιλεία του Όλαφ Α΄), που γράφτηκαν γύρω στο 1200 και αφηγούνται, μεταξύ άλλων, το ιεραποστολικό ταξίδι του Λεφ Έρικσον (Λεφ του Τυχερού) στη Γροιλανδία, αποστολή που του ανέθεσε ο Όλαφ Α΄, δεν υπάρχει η παραμικρή αναφορά σε βίαιες μεθόδους εκχριστιανισμού. Γιατί; Ο βίαιος ξεριζωμός της αρχαίας θρησκείας και η επιβολή μιας ξένης θρησκείας είναι κάτι πολύ τραυματικό, για να ξεχαστεί μέσα σε 200 χρόνια από ένα υπερήφανο και ανυπόταχτο λαό (ας μην ξεχνάμε ότι η Κρήτη π.χ. παρέμεινε υπόδουλη στους Ενετούς πάνω από τέσσερις αιώνες, 1211-1669, και ποτέ δεν έπαψαν οι επαναστάσεις – ομοίως και κατά τους αιώνες της Τουρκοκρατίας σε ολόκληρο το χριστιανικό χώρο κ.τ.λ., ενώ ανάλογες είναι οι ιστορικές περιπέτειες πολλών γενναίων λαών, που παρέμειναν υπόδουλοι για αιώνες, σε όλη τη Γη).

Σημειωτέον, ότι από πολιτική άποψη ο εκχριστιανισμός δεν πρόσφερε τίποτε στον Όλαφ. Του στέρησε τη δυνατότητα να εισχωρήσει στο βασίλειο της Σουηδίας (αν δεν ήταν ειλικρινά πιστός, έστω και πρωτόγονα και δεισιδαιμονικά, θα μπορούσε να απαρνηθεί την πίστη για να παντρευτεί τη Ζίγκφριντ), ενώ ο ίδιος πολέμησε ενάντια σε χριστιανούς βασιλιάδες και μάλιστα ηττήθηκε από χριστιανούς: το βασιλιά της Δανίας Σβέιν το Διχαλογένη (Σβέιν Σαλούβαρδος, Sweyn Forkbeard, 986 - 1014) και το βασιλιά της Σουηδίας Όλαφ Σκότκονουνγκ (Όλαφ ο Αγαπητός, Olof Skötkonung, 995 – 1022), γιο του Έρικ του Κατακτητή και της Ζίγκφριντ της Υπερήφανης, της παραλίγο συζύγου του Όλαφ Α΄. Και οι δύο βασιλιάδες φαίνεται πως ήταν άνθρωποι σοφοί, με επίγνωση του χριστιανικού μηνύματος: διευκόλυναν τη δράση χριστιανών ιεραποστόλων στη Δανία και τη Σουηδία αντίστοιχα, αλλά δε χρησιμοποίησαν βία ενάντια σε όσους δεν επιθυμούσαν να βαπτιστούν. Ο Όλαφ Σκότκονουνγκ ίδρυσε και την πρώτη σουηδική επισκοπή στην πόλη Σκάρα. Ο ίδιος μάλιστα πέθανε ως μάρτυρας στη Στοκχόλμη – δολοφονήθηκε από φανατικούς ειδωλολάτρες, αρνούμενος να θυσιάσει στα είδωλα (τιμάται από τη δυτική Εκκλησία στις 30 Ιουλίου).



Η συνέχεια ΕΔΩ

Δεν υπάρχουν σχόλια: