Τετάρτη 25 Νοεμβρίου 2009

Γράφοντας, κρύβεσαι λίγο...

Με ρωτάει αναγνώστης εάν είναι δύσκολο να γράφει κανείς σε μια γλώσσα που δεν είναι η μητρική του, όπως συμβαίνει με μένα.
Νομίζω ότι το να γράφεις σε μια γλώσσα που δεν είναι η μητρική σου αποτελεί παγίδα και προνόμιο μαζί.
Παγίδα γιατί κάθε φορά που δεν σου αρέσει αυτό που γράφεις έχεις τον πειρασμό να φορτώνεις την αποτυχία σου στην «ξένη» γλώσσα. Εκείνη γίνεται, κατά κάποιον τρόπο, ο αποδιοπομπαίος τράγος σου.
Από την άλλη, αποτελεί προνόμιο γιατί η σχέση μαζί της παραμένει μια σχέση μόνιμης περιέργειας. Δεν την παίρνεις ποτέ ως δεδομένη. Γιατί δεν σου δόθηκε. Την κατέκτησες. Ψάχνεσαι και την ψάχνεις συνέχεια. Ποτέ δεν θα γίνει δική σου με τον ίδιο τρόπο που είναι η μητρική γλώσσα. Αλλά εκείνες οι μικρές ανασφάλειες που σου δημιουργεί όταν γράφεις, κάποιες φορές είναι ευεργετικές γιατί σου ανεβάζουν την αδρεναλίνη.
Η σχέση με τη μητρική γλώσσα, νομίζω, εμπεριέχει πάντα το στοιχείο της ρουτίνας και της βαρύτητας. Η σχέση με την «ξένη» γλώσσα δεν γίνεται ποτέ ρουτίνα.
Σου χαρίζει μια αίσθηση ελαφρότητας και ελευθερίας, μια επιθυμία παιχνιδιού και κατάκτησης. Η σχέση με τη μητρική σου γλώσσα μοιάζει με τη μητρική στοργή. Εκείνη με μια ξένη γλώσσα που κατέκτησες μοιάζει με την ερωτική. Τουλάχιστον αυτά μπορώ να πω για τη σχέση μου με τα ελληνικά.
Απο εκεί και πέρα, για να γράφεις, η κατάκτηση της γλώσσας δεν φτάνει. Η γραφή είναι αγάπη και θεραπεία μαζί. Χαρά και ανάγκη. Για να κλέψω μια φράση του Σεπουλβέδα: αφηγούμαι σημαίνει αντιστέκομαι. Προπαντός στη δική σου μιζέρια και μικρότητα. Για να γράφεις, πρέπει να διψάς για το παιχνίδι, εκείνο των λέξεων και της πλοκής. Να επιθυμείς να το διασκεδάσεις, αλλά και να υποφέρεις ταυτόχρονα. Δεν γίνεται να γράφεις χωρίς μια δόση μαζοχισμού. Γράφεις γιατί έχεις εμπιστοσύνη στον εαυτό σου και ταυτόχρονα γιατί είσαι ανασφαλής. Το λευκό χαρτί είναι ο εξομολογητής και ο εχθρός σου μαζί. Μερικές φορές σου δίνεται με την ευκολία μιας πανέμορφης νυμφομανούς, άλλες φορές σε τσακίζει. Γράφεις γιατί νιώθεις ότι έχεις κάτι να πεις. Γιατί θέλεις να μοιραστείς τον φόβο και την ευτυχία σου. Γράφεις γιατί πάντα σου λείπει κάτι, αλλά δεν ξέρεις τι. Γράφεις γιατί, γράφοντας, κρύβεσαι λίγο, όπως όταν ήσουν παιδί και κρυβόσουν από την πραγματικότητα κάτω από το πάπλωμα, στο σκοτάδι, τον χειμώνα. Γράφεις γιατί έχεις την ψευδαίσθηση ότι μπορείς να μεταφράζεις την ανοησία σε ιστορία. Γράφεις γιατί θέλεις να εξορκίζεις τον φόβο, γιατί θέλεις να γοητεύεις. Θέλεις να σ΄ αγαπούν και να σε θαυμάζουν. Γράφεις για να κρύψεις την εσωτερική σου σύγχυση. Γράφεις για να σβήσεις. Ποτέ δεν κατάλαβα όσους γράφουν με την ίδια ευκολία που τρώμε. Γράφεις όχι για να αλλάξεις τον κόσμο, αλλά για να τον συνοδέψεις. Γράφεις για να κάνεις τον άλλον να βγει έξω από το πετσί του.
Για όσο διαρκεί ένα άρθρο ή ένα βιβλίο, να δει τον κόσμο με τα μάτια του άλλου. Και γράφοντας ανακαλύπτεις πόσο αδυσώπητος και ανελέητος είναι ο χρόνος. Γράφοντας δε σε εφημερίδα, ειδικά έχοντας την στάμπα του «ξένου», μαθαίνεις ενδεχομένως να κάνεις μεγάλο στομάχι, ικανό να χωνεύει αισχρά και ανόητα σχόλια. Ανακαλύπτεις ότι οι μισαλλόδοξοι και οι δυστυχισμένοι είναι εκείνοι που ουρλιάζουν πιο πολύ. Αλλά αυτό που πρέπει πάντα να κρατάς, εάν θέλεις να προχωρήσεις, είναι η ανθρωπιά όσων σε διαβάζουν. Αν ξέρεις να κάνεις υπομονή και δεν τα παρατάς, στο τέλος θα σου δοθεί απλόχερα.
Είναι, ίσως, το πιο πολύτιμο μάθημα που σου δίνει η τέχνη της γραφής.
Gazmend

2 σχόλια:

Nikos είπε...

ΤΡΕΛΟ-ΓΙΑΝΝΗ, δεν σου είπαμε χρόνια πολλά για την Αγία Αικατερίνη! ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ !!! και βοήθειά μας!
Γράφοντας άλλος κρύβεται άλλος φανερώνεται. Γράφοντας ο άνθρωπος μορφώνεται, γίνεται όμορφος. Καλή δύναμη.
Θά κανονίσουμε γιά τα τσιπουράκια.

ΤΡΕΛΟ-ΓΙΑΝΝΗΣ είπε...

ΧΑ ΧΑ Χαίρομαι που ήρθες στην παράγκα μας !!!Να την χαίρεσαι πάντως την καλή σου !!