ΣΦΟΔΡΕΣ αντιδράσεις εκ μέρους Ορθοδόξων άρχισαν να εκδηλώνονται από το 2007 μετά το κείμενο της Ραβέννας. Οι αντιδράσεις αυτές κυρίως στην Ελλάδα εντείνονται λόγω της συνάντησης της ΜΕΘΔ στην Κύπρο. Ο μητροπολιτής Κωνσταντίας Βασίλειος αναφέρει σχετικά με το Κείμενο της Ραβέννας ότι «κέντρο κατανοήσεώς του είναι ο 34ος Αποστολικός Κανόνας, ο οποίος παρατίθεται στην παρ. 24. Με το κείμενο της Ραβέννας επιτυγχάνεται η αποδοχή εκ μέρους των Ρωμαιοκαθολικών της ιστορικής και εκκλησιολογικής πραγματικότητας, ότι δηλαδή η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία ήταν μία τοπική Εκκλησία, όπως οι λοιπές κατά τόπους Εκκλησίες, ή όπως έχει λεχθεί το Πατριαρχείο της Δύσεως».
Επίσης ο μητροπολίτης Μεσσηνίας Χρυσόστομος, καθηγητής πανεπιστημίου και εκπρόσωπος της Εκκλησίας της Ελλάδος, μεταξύ άλλων επισημαίνει αναφορικά με τα Κείμενα της ΜΕΘΔ ότι «δεν θα πρέπει να μας διαφεύγει ότι αποτελούν επιμέρους τμήματα μιας ευρύτερης διαδικασίας αποδοχής (reception), αφού θα πρέπει να ελεγχθούν, να αξιολογηθούν και να εφαρμοστούν από το εκκλησιαστικό πλήρωμα, το “consensusfidelium”, να περάσουν δηλαδή μέσα από το θεολογικό προβληματισμό και τη δοκιμασία ολοκλήρου του εκκλησιαστικού σώματος, ως ευχαρστιακής κοινότητας, όπου τα Κείμενα θα αποδεσμευτούν από το “μονόλογο” των Θεολογικών Επιτροπών.
Αυτό όμως είναι το επόμενο και το σημαντικότερο στάδιο του Θεολογικού Διαλόγου». «Οι ένθερμοι συντάκτες “ομολογιών πίστεως”», επισημαίνει ο κ. Χρυσόστομος, «δεν είναι δυνατό να δρουν ως αυτονομημένα άτομα ή εκκλησιαστικές μονάδες, μάλιστα εν ονόματι του λαού του Θεού, ερήμην του λαού του Θεού και επί τη βάσει κριτηρίων της λεγόμενης λαϊκής τους έκφρασης, ενσυνειδήτως ή ασυνειδήτως, ή της αποκλειστικότητας μιας αόρατης αυθεντίας, με αποτέλεσμα να θεωρούν τους εαυτούς τους ότι εκφράζουν την απόλυτη “εκκλησιαστική συνείδηση”».
Ωστόσο ο καθηγητής Δογματικής Θεολογίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Δημήτριος Τσελεγκίδης, διατυπώνει έντονη κριτική διάθεση στο κείμενο της Ραβέννας, υποστηρίζοντας πως σε αυτό «η Ορθόδοξη Εκκλησιολογία επεκτείνεται και εφαρμόζεται ανεπίτρεπτα και στους ετεροδόξους».
Αυτό, σύμφωνα με τον καθηγητή Τσελεγκίδη, γίνεται «απροϋπόθετα, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι υφιστάμενες δογματικές διαφορές, πράγμα που νομιμοποιεί εκκλησιολογικά την ετεροδοξία και την εξισώνει με την Ορθοδοξία». Ως εκ τούτου και με βάση πάντα τη διατύπωση του Κειμένου της Ραβέννας, μπορεί να υποστηριχθεί ότι η βάση του διαλόγου, «θεολογικώς κρινόμενη, είναι, δυστυχώς, τελείως εσφαλμένη», υποστηρίζει ο καθηγητής Τσελεγγίδης και προσθέτει ότι ο Θεολογικός Διάλογος οδήγησε ήδη τη Μικτή Επιτροπή σε κατάθεση 10 κοινών Κειμένων, χωρίς τις παραπάνω προϋποθέσεις, «αφού σε κανένα κοινό Κείμενο δεν γίνεται λόγος για σαφή καταδίκη των καινοφανών δογμάτων του Ρωμαιοκαθολικισμού, όπως λ.χ. του Filioque».
Τo «πρωτείο» προβάλλεται από τον πάπα ως υπέρτατη διοικητική εξουσία σ’ ολόκληρη τη χριστιανική Εκκλησία. Την εξουσία αυτή προσπάθησε να θεμελιώσει η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία πάνω σε μια πλαστή θεωρία, σύμφωνα με την οποία ο απόστολος Πέτρος ήταν η κεφαλή των αποστόλων και, βάσει της θεωρίας αυτής, το προνόμιο αυτό μετέδωσε στον επίσκοπο της Ρώμης, στην οποία υπήρξε πρώτος επίσκοπος. Έτσι, λένε οι Ρωμαιοκαθολικοί, η Εκκλησία πρέπει να αναγνωρίζει τον πάπα ως κεφαλή της και τοποτηρητή του Χριστού στη Γη. Οι απόψεις αυτές των Ρωμαιοκαθολικών, όπως υπογραμμίζει ο καθηγητής του Τσελεγγίδης, είναι βιβλικά και ιστορικά αστήρικτες. Εξάλλου, σοβαρό πρόβλημα αποτελεί η Οδηγία της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας του 2007, σύμφωνα με την οποία «μόνο αυτή εξασφαλίζει σωτηρία των πιστών, διότι είναι εκείνη που ίδρυσε ο Ιησούς Χριστός».
«Εκκλησιολογικό έλλειμμα»
Ο κ. ΘΑΝΑΣΗΣΠαπαθανασίου, δρ Θεολογίας και διευθυντής του περιοδικού «Σύναξη», επισημαίνει στον «Φ» ότι οι η προβληματική των διαλόγων δεν έχει φτάσει στους πιστούς. «Εκεί (στους χώρους των πιστών) δεσπόζει μια εσωστρεφής αυτάρκεια, πέραν του ορίζοντα της οποίας όλα είναι στραβά και δαιμονικά. Έτσι εμφανίζεται το προβληματικό φαινόμενο, οι υποστηρικτές της “Ομολογίας” να συγκροτούν ένα χώρο περίπου φονταμενταλισμού και αλαζονικής ορθοδοξίας, όμως κινητοποιούν δυνάμεις από τα κάτω», αναφέρει. Επίσης, εκτιμά ότι δημιουργείται ένα «εκκλησιολογικό έλλειμμα», γιατί, όπως υποστηρίζει, η ποιμένουσα Εκκλησία δεν έχει στην οπτική της τη συμμετοχή των πιστών στους Διαλόγους.
πηγή

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου