Πέμπτη 16 Ιουλίου 2009

Η κυρία πρώην Εισαγγελέας


«ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙΣ ΡΕΕ!! ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙΣ!!»,
ούρλιαζε η πρώην Εισαγγελέας μέσα στο κελί,
και η φωνή της γυρνούσε διπλασιασμένη από την στενότητα του χώρου,
«Δεν υπάρχεις ρεεε.», έσβηνε κι ο αντίλαλος από το φαινόμενο που λέγεται «ηχώ»,
στους τσιμεντένιους τοίχους του σωφρονιστικού ιδρύματος.

«Σκάσε μωρή καριόλα» κάγχασε ξανά σαν από συνήθεια,
η διπλανή σωφρονιζόμενος, μιαν που ούτε θα ήθελες να αποκαλείς «κυρία» στον προηγούμενο, ανέντιμο φυσικά, βίο της.

Σιωπή. Ξανά.

«Δεν υπάρχεις, δεν υπάρχεις, δεν .» μέσα στα δόντια της
και «ααα . ααα .» ένα σιγανό κλαψούρισμα που τέλειωνε σε λυγμούς,
«ιμμμ, ιμμμ» έκανε κοφτά ο γογγυσμός. Κουλουριασμένη πλέον στα δυο να βρέχει ξανά το πάτωμα, το λερί, με τα δάκρυα που δεν λέγανε να τελειώνουν.

Κι η φωνή; Αυτή η φωνή να επιστρέφει. Η φωνή, μαλακιά, ήπια, συντροφική, καταπραϋντική, γιαυτό και την φθονούσε.

«Ήμουν!», έλεγε η φωνή. «Ήμουν εκεί κάθε βράδυ, και φρόντιζα να κοιμηθείς»,
«Φρόντιζα η αϋπνία να μην είναι το άλλοθι στο αυριανό σου λειτούργημα».
Πόσο δεν την ήθελε αυτήν την φωνή, και πόσο αυτή επέστρεφε κάθε μέρα και βράδυ,
μετρώντας μαζί της τις μέρες της ισόβιάς της καταδίκης, από τους άλλοτε συνάδελφους.

«Ήμουν εκεί», συνέχιζε η φωνή, «και κάθε βράδυ με την αναρρόφηση σε φύλαξα, μην και τυχόν σε πνίξει, ο έμετος που έβγαινε κάθε φορά, εκεί στα πρόθυρα του ύπνου, όταν ξέρναγε η συνείδησή σου τα πεπραγμένα της ημέρας».

Κι η φωνή επέστρεφε κολαστικά, βγαλμένη από τα μέσα,
και τι δεν θα' δινε, η πρώην έντιμος κυρά, έστω για μια φορά,
αυτή η φωνή, να' ρχόταν απ' τα έξω.

Δεν υπάρχουν σχόλια: