Κυριακή 13 Ιουνίου 2021

Κυριακή Των Αγίων Πατέρων της Α΄Οικουμενικής Συνόδου

 
 
– Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς.

(Ευαγγέλιο: Ιωαν. ιζ΄1-13)

Φαντάσου πως βλέπεις τους μαθητές κάποιου δασκάλου, για τον οποίο εσύ δεν έχεις ακούσει ποτέ. Βλέπεις πως είναι ταπεινοί, αυτοσυγκεντρωμένοι, σοφοί, επιμελείς, υπάκουοι και γενικά τους στολίζει κάθε αρετή. Τι θα σκεφτείς τοτε για το δάσκαλό τους; Σίγουρα θα υποθέσεις ό,τι καλλίτερο και υψηλότερο γι’ αυτόν.
Φαντάσου πως παρατηρείς τους στρατιώτες κάποιου διοικητή, το όνομα του οποίου δεν άκουσες ποτέ. Βλέπεις πως είναι επιμελείς, γενναίοι, πειθαρχημένοι, γεμάτοι με αδελφική αγάπη και πνεύμα αυτοθυσίας. Τί θα σκεφτείς για το διοικητή τους. Οπωσδήποτε θα πεις πως είναι άξιος, του αρμόζει ο μεγαλύτερος έπαινος.
Σκέψου πως μπροστά σου έχεις ένα φρούτο που δεν το έχεις ξαναδεί ούτε και το έχεις γευτεί ποτέ στη ζωή σου. Ένα φρούτο που είναι πανέμορφο στην όψη, με θαυμάσια γεύση και εξαίσιο άρωμα. Σίγουρα θα ρωτούσες τί είδους δέντρο παράγει τέτοιο καρπό και, αν το δέντρο αυτό σου ήταν άγνωστο, δεν είχες ξανακούσει γι’ αυτό, θα πίστευες πως είναι το καλλίτερο δέντρο στον κόσμο και θα το εξυμνούσες ως τον ουρανό.
Όταν βλέπεις λοιπόν καλούς μαθητές, συμπεραίνεις πως ο δάσκαλός τους είναι καλός. Όταν βλέπεις καλούς στρατιώτες, εκτιμάς πως ο διοικητής τους είναι καλός. Κι όταν αντικρύζεις ένα όμορφο φρούτο, αποφαίνεσαι πως το δέντρο που το παράγει είναι καλό.
«Έκαστον γαρ δένδρον εκ του ιδίου καρπού γινώσκεται» (Λουκ. στ΄ 44). Το καλό δέντρο δε βγάζει κακούς καρπούς, όπως και το κακό δέντρο δεν μπορεί να βγάλει καλούς καρπούς. «Από των καρπών αυτών επιγνώσεσθε αυτούς. Μήτι συλλέγουσιν από ακανθών σταφυλήν, ή από τριβόλων σύκα;» (Ματθ. ζ΄16). Όχι! Ούτε από τ’ αγκάθια θα συνάξεις σταφύλια ούτε από τα τριβόλια σύκα. Το καλό δέντρο παράγει καλό καρπό, το κακό δέντρο κακό. Αυτό είναι τοσο αυτονόητο, τοσο γνωστό σε όλους, ώστε δε χρειάζεται αποδείξεις. Ο Κύριος Ιησούς χρησιμοποίησε τέτοια παραδείγματα από τη φύση, για να διδάξει στους ανθρώπους τις προφανείς πνευματικές και ηθικές αλήθειες. Η φύση γενικά λειτουργεί ως η καλλίτερη εικόνα της πνευματικής ζωής του ανθρώπου.
Φαντάσου για μιά στιγμή πως δεν ξέρεις τίποτα για τον Κύριο Ιησού Χριστό· πως δεν έχεις ακούσει τίποτε γι’ Αυτόν· πως δε διάβασες ποτέ το ευαγγέλιό Του. Και φαντάσου έπειτα πως ζεις σ’ ένα τοπο, όπου μοναδικοί κάτοικοι είναι οι απόστολοί Του, οι άγιοι κι οι μάρτυρες, άντρες και γυναίκες που ζουν θεάρεστα. Πως βρίσκεις εκεί δηλαδή όλους εκείνους που ακολούθησαν το Χριστό και έζησαν σύμφωνα με τις εντολές και το παράδειγμά Του. Θα βρισκόσουν έτσι ανάμεσα στους μαθητές κάποιου δάσκαλου άγνωστου σε σένα· ανάμεσα σε στρατιώτες κάποιου άγνωστου σε σένα διοικητή· θα’ βλεπες τον καρπό κάποιου άγνωστου δέντρου. Χωρίς να γνωρίζεις τίποτα για το Χριστό, θα τον γνώριζες μέσω του λαού Του. Μέσα από τους μαθητές Του θα γνώριζες το μεγαλύτερο δάσκαλο που γνώρισε ο κόσμος. Από τους στρατιώτες οπαδούς Του, θα μάθαινες για τον πιό ισχυρό και νικηφόρο Διοικητή που περπάτησε ποτέ στη γη. Από τον καρπό Του θα γνώριζες το γλυκύτερο και ωφελιμότερο δέντρο, το Δέντρο της Ζωής, που ο καρπός του ξεπερνάει σε γλυκύτητα τους καρπούς όλων των δέντρων του δημιουργημένου κόσμου.
Σήμερα η Εκκλησία μας γιορτάζει τη μνήμη μιάς πολύ μικρής ομάδας μαθητών και οπαδών Του. Σήμερα παρουσιάζει μπροστά σου μόνο τριακόσιους δεκαοκτώ γλυκείς, ευώδεις και αμάραντους καρπούς. Μιά μικρή αλλά εκλεκτή ομάδα. Αυτοί είναι οι τριακόσιοι δεκαοκτώ άγιοι πατέρες της Πρώτης Οικουμενικής Συνόδου, που συνήλθε στην Νίκαια το 325 μ.Χ., την εποχή του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου του Μεγάλου, για την υπεράσπιση, αποσαφήνιση και βεβαίωση της Ορθόδοξης Πίστης.
Την εποχή εκείνη στην Εκκλησία είχαν εμφανιστεί «λύκοι βαρείς» (Πράξ. κ΄29), που φορούσαν ρούχα όμοια με των ποιμένων. Αυτοί είχαν έκλυτη ζωή και γι’ αυτό δεν μπορούσαν να βρουν μέσα τους τοπο για την αλήθεια του Χριστού. Έτσι έπεσαν κι οι ίδιοι, αλλά παρέσυραν και τους πιστούς σε πλάνες. Η διδασκαλία τους ήταν διαβρωτική, όπως κι η ζωή τους. Το Άγιο Πνεύμα λοιπόν σύναξε τους αγίους αυτούς του Θεού σε μιά Σύνοδο, ώστε να φανούν οι αληθινοί διδάσκαλοι του Χριστού, σε αντίθεση με τους πλανεμένους· να φανεί η δύναμη εκείνων που αγωνίζονται για το Χριστό εναντίον εκείνων που τον πολεμούν· και να διακριθεί ο γλυκύς καρπός του Καλού Δέντρου, που είναι ο Χριστός, σε αντίθεση με τους σάπιους και πικρούς καρπούς του δέντρου του πονηρού. Οι άγιοι πατέρες έλαμψαν στη Νίκαια όπως τα άστρα στον ουρανό, που παίρνουν το φώς του από τον ήλιο. Έτσι και κείνοι φωτίστηκαν από τον Κύριο Ιησού Χριστό κι από το Άγιο Πνεύμα. Ήταν Χριστοφόροι άνθρωποι, ο Χριστός ζούσε κι έλαμπε μέσα από τον καθένα τους. Ήταν ουρανοπολίτες μάλλον παρά πολίτες της γης, αγγελόμορφοι, έμοιαζαν περισσότερο με αγγέλους παρά με ανθρώπους. Ήταν πραγματικά «ναός Θεού ζώντος, καθώς είπεν ο Θεός ότι ενοικήσω εν αυτοίς και εμπεριπατήσω» (Β΄Κορ. στ΄16).
Πιστεύω πως είναι αρκετό ν’ αναφερθώ σε τρεις μόνο απ’ αυτούς, εκείνους που σού είναι οι πιό γνωστοί, για να ’χεις μιά ιδέα πώς ήταν κι οι υπόλοιποι τριακόσιοι δεκαπέντε. Κι αναφέρομαι στον άγιο πατέρα Νικόλαο, στον άγιο Σπυρίδωνα και στον άγιο Αθανάσιο το Μέγα. Πολλοί από τους αγίους πατέρες έφτασαν στην σύνοδο φέροντας στο σώμα τους τραύματα που είχαν δεχτεί για χάρη του Χριστού. Ο άγιος Παφνούτιος, για παράδειγμα, είχε χάσει το ένα του μάτι όταν τον βασάνιζαν. Όλοι τους έλαμπαν από ένα εσωτερικό φως που προέρχονταν από το Θεό, ένα φως όπου διακρινόταν καθαρά η αλήθεια. Ως ακόλουθοι του Εσταυρωμένου, δε λογάριαζαν τα βασανιστήρια. Η αφοβία τους στην υπεράσπιση της αλήθειας ήταν μέγιστη, απεριόριστη. Με τη θεόσδοτη γνώση της αλήθειας που κατείχαν και την τολμη τους στην υπεράσπισή της, οι άγιοι αυτοί πατέρες αναίρεσαν και συνέτριψαν την αίρεση του Αρείου και καθιέρωσαν το Σύμβολο της Πίστεως, που κρατούμε ως σήμερα και ομολογούμε ως τη μόνη σωστική αλήθεια του Θεού.

***

Το σημερινό ευαγγέλιο δε μας μιλάει για τη Σύνοδο αυτή, αλλά για την τελευταία προσευχή του Κυρίου Ιησού στον Ουράνιο Πατέρα Του. Γιατί διαβάζουμε το ευαγγέλιο αυτό στη σημερινή γιορτή; Επειδή δείχνει την επιρροή του στην Πρώτη Οικουμενική Σύνοδο. Με τη δύναμη της προσευχής αυτής ο Θεός ενίσχυσε τους αγίους πατέρες της συνόδου και τους έκανε ατρόμητους υπερασπιστές της αλήθειας, νικητές στις αμφισβητήσεις και την κακία ανθρώπων και δαιμόνων. Να, πως αρχίζει η προσευχή αυτή:
«Ταύτα ελάλησεν ο Ιησούς, και επήρε τους οφθαλμούς αυτού εις τον ουρανόν και είπε· πάτερ, ελήλυθεν η ώρα·δόξασόν σου τον υιόν, ίνα και ο υιός σου δοξάση σε» (Ιωάν. ιζ΄1). Όλα όσα δίδαξε ο Κύριος στους ανθρώπους, τα είχε εφαρμόσει ο ίδιος. Είχε διδάξει τους ανθρώπους πως να προσεύχονται: «Πάτερ ημών, ο εν τοίς ουρανοίς….» (Ματθ. στ΄9). Ο ίδιος σήκωσε το βλέμμα Του στους ουρανούς, όπου κατοικεί ο Πατέρας Του και είπε: «Πάτερ!» Δεν είπε «Πάτερ ημών», όπως κάνουμε εμείς, αλλά απλά «Πάτερ!».Μόνο Αυτός θα μπορούσε να πει «Πατέρα μου». Αυτός και κανένας άλλος, είτε στον ουρανό είτε στη γη, αφού Αυτός μόνο είναι ο μονογενής Υιός του Ουράνιου Πατέρα, ο μόνος ίσος με τον Πατέρα τοσο κατά την ύπαρξη όσο και κατά την ουσία- ο μοναδικός Υιός του μοναδικού Πατέρα. Εμείς είμαστε μόνο υιοί εξ υιοθεσίας, με τη χάρη και το έλεος του Θεού. Επήρε τους οφθαλμούς αυτού εις τον ουρανόν. Δε σήκωσε μόνο τα σωματικά του μάτια αλλά και τα πνευματικά, κυρίως αυτά. Ο Άσωτος «ουκ ήθελεν ουδέ τους οφθαλμούς εις τον ουρανόν επάραι» (Λουκ. ιη΄13), γιατί αισθανόταν την αμαρτωλότητά του. Ο Κύριος όμως επήρε τους οφθαλμούς αυτού είς τον ουρανόν ελεύθερα, γιατί ήταν αναμάρτητος. Η ώρα Του –η ώρα του μεγάλου πάθους- πλησίαζε. Μόνο Αυτός έβλεπε την ώρα αυτή, την πιό φοβερή από καταβολής και ως τη συντέλεια του κόσμου. Μόνο Αυτός την έβλεπε καθαρά από την αρχή, τη προείπε από την αρχή και μίλησε γι’ αυτήν στους μαθητές Του. Οι μαθητές Του όμως δε το κατάλαβαν αυτό, δεν το έβαλαν στην καρδιά τους, δεν το έκαναν δικό τους, ως τη στιγμή που ή ώρα δεν απείχε πιά μέρες, αλλά λεπτά.
«Δόξασόν σου τον υιόν!» Δόξασέ Τον τη φοβερή αυτή ώρα, όπως τον δόξασες μέχρι τώρα. Δόξασέ Τον στον θάνατο, όπως τον δόξασες στη ζωή. Δόξασέ Τον στην ταπείνωση και στα πάθη Του, όπως τον δόξασες με τους δυνατούς λόγους και τα έργα Του. Δόξασέ Τον στους ανθρώπους, όπως τον είχες δοξάσει από την αρχή στους αγγέλους Σου. Δόξασέ τον Υιόν Σου «ίνα και ο υιός σου δοξάση σε». Αν από το πρώτο μέρος της πρότασης φαίνεται πως ο Υιός είναι κατώτερος από τον Πατέρα, στο δεύτερο αυτό μέρος βλέπουμε καθαρά την ισότητά Τους και την αμοιβαία συμμετοχή στην ίση δύναμή Τους. Ο Πατέρας δοξάζει τον Υιό και ο Υιός δοξάζει τον Πατέρα, με αδιαίρετη δύναμη και αδιαίρετη αγάπη. «Πας ο αρνούμενος τον υιόν ουδέ τον πατέρα έχει» (Α΄Ιωάν β΄23). Ο Πατέρας έστειλε τον Υιό στον κόσμο· ο Υιός φανέρωσε τον Πατέρα στον κόσμο. τίποτα δε θα ξέραμε για τον Υιό χωρίς τον Πατέρα, ούτε για τον Πατέρα χωρίς τον Υιό, όπως δε θα γνωρίζαμε για το φως, αν δεν υπήρχε ο ήλιος. Μα ούτε και για τον ήλιο θα ξέραμε αν δεν τον φανέρωνε το φώς. Ο απόστολος χρησιμοποιεί τη σύγκριση αυτή και ονομάζει το Χριστό «απαύγασμα της δόξης (τού Πατρός)» (Εβρ. α΄3). Ο Κύριος δε ζητά να δοξαστεί από τον Πατέρα για χάρη του ιδίου, μα για χάρη των ανθρώπων, όπως βλέπουμε από τα ακόλουθα λόγια:
«Καθώς έδωκας αυτώ εξουσίαν πάσης σαρκός, ίνα παν ό δέδωκας αυτώ δώση αυτοίς ζωήν αιώνιον» (Ιωάν. ιζ΄2). Προσέξτε με ποιό τρόπο ο Κύριος αναφέρεται στη δόξα Του: με την αγάπη Του για το ανθρώπινο γένος! Το κάνει, για να γίνει το μέσον που θα χαρίσει στους ανθρώπους την αιώνια ζωή. Αυτό είναι που ζητά από τον Πατέρα Του. Αυτή είναι η δόξα που ζητάει. Τη στιγμή που οι άνθρωποι του ετοιμάζουν ένα πικρό ποτήρι θλίψεων, γεμάτο με βάσανα, ιδρώτα και αίμα, Εκείνος προσεύχεται για να δώσει στους ανθρώπους αιώνια ζωή. Η απάντησή Του στην πιό βαριά πέτρα, είναι το γλυκύτερο ψωμί. Κι ανέφερε αρκετές φορές που ο Πατέρας του έδωσε δύναμιν επί πάσης σαρκός. «πάντα μοι παρεδόθη υπό του πατρός μου» (Ματθ. ια΄27), είπε. Κι αλλού πάλι: «Πάντα όσα έχει ο πατήρ εμά εστι» (Ιωάν. ιστ΄15). Αλλά και μετά την Ανάστασή Του, όταν φανερώθηκε στους μαθητές Του είπε: «Εδόθη μοι πάσα εξουσία εν ουρανώ και επί γης» (Ματθ. κη΄18). Όπως λοιπόν είχε λάβει εξουσία πάνω σε κάθε ύπαρξη, ο Κύριος ζητάει τώρα από τον Πατέρα Του εξουσία στην αιώνια ζωή για τις ψυχές εκείνες που τον είχαν εμπιστευτεί, να τους χαρίσει δηλαδή την αιωνιότητα. Άλλο πράγμα είναι να έχεις εξουσία πάνω στον υλικό και φθαρτό κόσμο κι άλλο να έχεις στη δικαιοδοσία σου την αιώνια ζωή. Όταν στην αρχή θέλησε ο Θεός να δημιουργήσει τον άνθρωπο, ζωντανό και αθάνατο, στη δημιουργία έλαβε μέρος η Αγία Τριάδα, όπως διαβάζουμε στη Γένεση (α΄26): «Ποιήσωμεν άνθρωπον κατ’ εικόνα ημετέραν». Τώρα, που ο Λυτρωτής και Σωτήρας του κόσμου θέλει να δώσει αιώνια ζωή στους θνητούς ανθρώπους, προσφεύγει στον Πατέρα, ενώ είναι αυτονόητη η παρουσία του Αγίου Πνεύματος. Στην περίπτωση αυτή, όπως και στη δημιουργία, η αιώνια ζωή είναι αποκλειστικό χάρισμα της Αγίας Τριάδας. Και στη μιά περίπτωση και στην άλλη, η αιώνια ζωή δηλώνεται πως είναι το μέγιστο αγαθό που χαρίζει ο Θεός. Η στιγμή που ο άνθρωπος αποκαθιστάται στην αιώνια ζωή είναι ανυπέρβλητη, μοναδική, όπως κι η δημιουργία του ανθρώπου είναι τοσο μεγαλειώδης και θεϊκή πράξη, όσο κι η δημιουργία από τον πηλό.
«Αύτη δε εστιν η αιώνιος ζωή, ίνα γινώσκωσί σε τον μόνον αληθινόν Θεόν και όν απέστειλας Ιησούν Χριστόν» (Ιωάν. ιζ΄3). Η γνώση του Θεού στην επίγεια ζωή μας είναι απαρχή και πρόγευση της αιώνιας ζωής. Η γνώση του Θεού είναι η αιώνια ζωή για μας που ζούμε ακόμα στη γη. Πώς όμως θα είναι η αιώνια ζωή στη μέλλουσα κατάστασή μας; «….. οφθαλμός ούκ είδε και ούς ούκ ήκουσε και επί καρδίαν ανθρώπου ουκ ανέβη» (Α΄Κορ. β΄9). Αυτό το αποκάλυψε πνευματικά ο Θεός σ’ αυτόν τον κόσμο μόνο σε κείνους που Τον ευαρέστησαν. Η μεγαλύτερη ευφροσύνη όμως στην αιώνια ζωή, στη Βασιλεία των Ουρανών, πρέπει να συνίσταται στη μέγιση γνώση του Θεού, στη θέα του προσώπου του Θεού. Ο ίδιος ο Κύριος όταν μιλούσε για τα παιδιά είχε πεί «…οι άγγγελοι αυτών εν ουρανοίς δια παντός βλέπουσι το πρόσωπον του πατρός μου του εν ουρανοίς» (Ματθ. ιη΄10).
Η ακόρεστη θέαση του Θεού, η διαρκής ζωή με την παρουσία του Θεού, μέσα σε μιά ανέκφραστη αγαλλίαση και χαρά, αέναη δοξολογία κι αγάπη, δεν είναι ζωή αγγελική, που αρμόζει και στους αγίους στον άλλο κόσμο; Δεν είναι ζωή με γνώση του Θεού; Όσο ζούμε στον κόσμο αυτόν, στη γη, όπως λέει ο απόστολος, «βλέπομεν δι’ εσόπτρου εν αινίγματι, τοτε δε πρόσωπον προς πρόσωπον» (Α΄ Κορ. ιγ΄12). Η γνώση που έχουμε τώρα για το Θεό είναι μερική, τοτε όμως θα είναι πλήρης. Επομένως, δεν πρέπει να νομίζουμε πως ένας άνθρωπος γνωρίζει το Θεό όταν φτάνει με τις διεργασίες του νου στο συμπέρασμα πως ο Θεός υπάρχει κατά κάποιο τρόπο και κατοικεί κάπου. Το Θεό γνωρίζει εκείνος που νιώθε μέσα Του αλλά και γύρω του τη ζείδωρη πνοή του Θεού· αυτός που με την καρδιά, το νου και την ψυχή του αισθάνεται τη μεγαλειώδη και φοβερή παρουσία του μόνου αληθινού Θεού στη φύση, μα και στην προσωπική ζωή του.
Γιατί ο Χριστός τονίζει τα λόγια τον μόνον αληθινόν Θεόν; Επειδή θέλει να προφυλάξει τους μαθητές Του από τον πανθεϊσμό και την ειδωλολατρεία, να βεβαιώσει για μιά ακόμα φορά τα λόγια που είπε μέσω του Μωυσή: «Εγώ ειμι Κύριος ο Θεός σου…. ουκ έσονταί σοι θεοί έτεροι πλήν εμού» (Έξ. κ΄2,3). Και γιατί επισημαίνει πως αιώνια ζωή είναι η γνώση του Θεού, του Ιησού Χριστού; Επειδή ο Θεός αποκαλύπτεται μέσω του Ιησού Χριστού, όσο μπορεί ν’ αποκαλυφθεί στο θνητό άνθρωπο, κι επειδή μόνο μέσα από το Χριστό μπορούν να φτάσουν οι άνθρωποι στην πληρέστερη γνώση του Θεού, όσο αυτό είναι δυνατό σ’ αυτόν τον κόσμο. Όπως είπε ο ίδιος ο Χριστός στους Ιουδαίους, «εμέ ήδειτε, και τον πατέρα μου ήδειτε αν» (Ιωάν. η΄19). Από τα λόγια αυτά βγαίνει αβίαστα το συμπέρασμα πως τον Πατέρα μπορούμε να τον γνωρίσουμε μόνο μέσω του Υιού, του Κυρίου Ιησού Χριστού.
«Εγώ σε εδόξασα επί της γης, το έργον ετελείωσα ό δέδωκάς μοι ίνα ποιήσω» (Ιωαν. ιζ΄4). Τι σημαίνουν τα λόγια επί της γης; Σημαίνουν πως αυτό το έκανε εν σαρκί, ζώντας ανάμεσα στους ανθρώπους. το έργο που έκανε και τελείωσε ο Κύριος εν σαρκί, ανάμεσα στους ανθρώπους, ήταν η σωτηρία του ανθρώπινου γένους. Μέχρι την ώρα του θανάτου Του στο σταυρό, το έργο αυτό αποτελούνταν από λόγια ζωοποιά, τέτοια που δεν είχαν ξανακουστεί στη γη, καθώς κι από αμέτρητα θαύματα, τέτοια που δεν είχαν ξαναγίνει. Ο Κύριος όμως πιστώνει τα λόγια και τα έργα Του στον Ουράνιο Πατέρα, για να διδάξει σ’ εμάς την ταπείνωση και την υπακοή.
«Και νυν δόξασόν με συ, πάτερ, παρά σεαυτώ τη δόξη ή είχον, προ του τον κόσμον είναι παρά σοι» (Ιωάν. ιζ΄5). Τι μπορούν να πουν τώρα εκείνοι που λένε πως ο Χριστός ήταν ένας συνηθισμένος άνθρωπος, ένα πλάσμα του Θεού όπως και τ’ άλλα πλάσματά Του; Ο Κύριος εδώ μιλάει για τη δόξα που είχε μαζί με τον Πατέρα Του πριν από τη δημιουργία του κόσμου! Είπε κάποτε ο Κύριος για τον εαυτό Του: «πριν Αβραάμ γενέσθαι εγώ ειμι» (Ιωάν. η΄58). Είπε πως υπήρχε πριν από τον Αβραάμ. Αυτό μόνο μπορούσε να πει στους άφρονες Ιουδαίους, μα στην προσευχή Του είπε πως υπήρχε και μάλιστα με δόξα, πριν από τη δημιουργία του κόσμου. Δεν ήθελε να τους αποκαλύψει περισσότερα. Τώρα όμως με την προσευχή Του, το αποκαλύπτει στον κόσμο ολόκληρο. Γιατί τώρα μόνο; Επειδή γνωρίζει ως παντογνώστης πως η προσευχή Του θα φτάσει στ’ αυτιά των ανθρώπων μόνο μετά την ένδοξη Ανάστασή Του, τοτε που θα είναι εύκολο να πιστέψουν οι άνθρωποι στην προαιώνια δόξα Του.
Η δόξα Του είναι ίδια με τη δόξα του Πατέρα, αφού είναι «δόξα ως μονογενούς παρά πατρός» (Ιωάν. α΄14). Δεν είπε ο ίδιος ο Χριστός πως «πάντα όσα έχει ο πατήρ εμά εστι» (Ιωάν. ιστ΄ 15). Επομένως η δόξα του Πατέρα είναι και δική Του δόξα. τοσο στη δόξα όσο και στην εξουσία είναι ίσος με τον Πατέρα . τοτε γιατί προσεύχεται στον Πατέρα να τον δοξάσει; Δεν ζητάει να δοξαστεί ως προς τη θεία Του φύση, αλλά την ανθρώπινη. Για τον πλασμένο κόσμο η ανθρώπινη φύση Του είναι κακουργία, όχι η θεία. Η ανθρώπινη φύση Του πρέπει να θεωθεί, να φτάσει στη θεία δόξα, ώστε κι εμείς οι άνθρωποι να προσεγγίσουμε τη δόξα Του. Αυτό είναι το τέλος , το στεφάνωμα όλων όσα έκανε ο Σωτήρας του κόσμου. Αυτό είναι το μεγάλο μυστήριο της ειρήνευσης του ανθρώπου με το Θεό, η ευλογημένη υιοθεσία τους ως κατά χάρη υιών, μέσα της δόξας του Θεανθρώπου.
Πρόσεξε επίσης ποιά σπουδαία στιγμή διάλεξε ο Κύριος για να προσευχηθεί στον Πατέρα και να τον δοξάσει. Κι αυτό έγινε τοτε που, όπως είπε ο ίδιος, το έργον ετελείωσα ό δέδωκάς μοι ίνα ποιήσω. Αυτή είναι μιά πολύ καθαρή και σαφής διδασκαλία προς εμάς. Μας λέει πως, για να περιμένουμε ανταπόδοση από το Θεό, πρέπει πρώτα να τηρήσουμε το θέλημα του Θεού. Θυμήσου τα προφητικά λόγια του Χριστού πως, στο τέλος του χρόνου, όταν «μέλλει ο υιός του ανθρώπου έρχεται εν τη δόξη του πατρός αυτού…. τοτε αποδώσει εκάστω κατά την πράξιν αυτού» (Ματθ. ιστ΄27). Ευλογημένοι και μακάριοι θα είναι τοτε οι άγιοι κι οι δίκαιοι, γιατί θα λάβουν ως ανταπόδοση εκατό φορές περισσότερο απ’ όσα καλά έργα έκαμαν, θα λάμψουν σαν τον ήλιο με το φως της δόξας του Χριστού, μπροστά στο θρόνο του Υψίστου.
«Εφανέρωσά σου το όνομα τοις ανθρώποις ούς δέδωκάς μοι εκ του κόσμου. Σοι ήσαν και εμοί αυτούς δέδωκας, και τον λόγον σου τετηρήκασι» (Ιωάν. ιζ΄6). Ποιό είναι το όνομα του Θεού που φανέρωσε ο Κύριος στον κόσμο; το όνομα «Πατέρας». Το όνομα αυτό ήταν άγνωστο τοσο στους ειδωλολάτρες όσο και στους Ιουδαίους. Είναι μιά ολότελα καινούργια αποκάλυψη στον κόσμο. Οι προφήτες κι οι δίκαιοι της Παλαιάς Διαθήκης γνώριζαν το Θεό με τα ονόματα «Θεός», «Δημιουργός», «Κύριος», «Βασιλιάς», «Κριτής», ποτέ όμως δεν τον ήξεραν ως «Πατέρα». Το όνομα αυτό ήταν άγνωστο στους ανθρώπους ανά τους αιώνες. Κανένας θνητός άνθρωπος δε θα μπορούσε ν’ αποκαλύψει το οικείο αυτό όνομα του Θεού, γιατί κανένας θνητός δε θα μπορούσε να νιώσει την πραότητα του Δημιουργού Του, ζώντας κάτω από το ζυγό του σκότους και του τρόμου, της αμαρτίας. Κι αυτό που δεν μπορεί να νιώσει κανείς, ακόμα κι αν το εκφράσει με τη γλώσσα του, δεν έχει ουσιαστική σημασία. Μόνο ο Μονογενής Υιός μπορεί ν’ αποκαλέσει το Θεό «Πατέρα». «Ο μονογενής υιός ο ών εις τον κόλπον του πατρός, εκείνος εξηγήσατο» (Ιωαν. α΄18).
Σε ποιόν αποκάλυψε ο Κύριος το γλυκύτατο αυτό όνομα του «Πατέρα»; Στους ανθρώπους, ούς δέδωκάς μοι εκ του κόσμου. Κάποιοι σχολιαστές νομίζουν πως τονισε ιδιαίτερα εκ του κόσμου, ώστε να μη θεωρηθεί ότι αναφέρεται στους αγγέλους, τους «ουράνιους ανθρώπους», αλλά στους συνηθισμένους, τους επίγειους ανθρώπους. Οπωσδήποτε όμως φαίνεται πιό ορθό να θεωρήσουμε πως ο Κύριος εδώ αναφέρεται στους μαθητές Του, τοσο με τη στενή όσο και με την ευρύτερη έννοια. Αυτό προκύπτει με σαφήνεια από εκείνα που λέει στη συνέχεια στην προσευχή Του: «Ου περί τουτων δε ερωτώ μόνον, αλλά και περί των πιστευόντων δια του λόγου αυτών εις εμέ» (Ιωάν. ιζ΄20). Το σκεπτικό εκείνων που ισχυρίζονται πως στα λόγια αυτά του Χριστού υπάρχει ο «προορισμός», που διακρίνουν στα λόγια του Χριστού προειλημμένη απόφαση σωτηρίας ή καταδίκης, είναι εντελώς αβάσιμο.
«Σοι ήσαν και εμοί αυτούς δέδωκας» (Ιωάν. ιζ΄6). Δηλαδή, δικοί Σου ήταν ως πλάσματα και δούλοι. Σε γνώριζαν μόνο ως Δημιουργό και Κριτή. Τώρα όμως έμαθαν από Εμένα το γλυκύτερο και αγαπητικό όνομά Σου , υιοθετήθηκαν από Μένα κατά χάρη. Μου τους έδωσες ως σκλάβους, για να τους παραδώσω σε Σένα ως υιούς. Απόδειξαν πως είναι άξιοι της τιμής αυτής, γιατί τον λόγο σου τετηρήκασι. Με την αγάπη Του για το ανθρώπινο γένος ο Κύριος εδώ εγκωμιάζει τους μαθητές Του στον Ουράνιο Πατέρα Του. Και συνεχίζει τα εγκώμιά Του.
«Νυν έγνωκαν ότι πάντα όσα δεδωκάς μοι παρά σού εστιν» (Ιωάν. ιζ΄7). Οι πονηροί Ιουδαίοι δεν ήθελαν να το καταλάβουν αυτό. Γι’ αυτό και συκοφαντούσαν τον Κύριο, έλεγαν πως είχε δαιμόνιο και πως η θαυματουργική Του δύναμη προερχόταν από τον Βεελζεβούλ, πως ανάμεσα στους πρεσβυτέρους των Ιουδαίων υπήρχε κάποια σύγχυση και διαφωνία για το Χριστό: Ήταν από το Θεό ή όχι; Έτσι μπορούμε να κατανοήσουμε γιατί ο Κύριος εδώ εγκωμιάζει τους αποστόλους που πίστευαν πως ήταν Θεός. Πάντα όσα δέδωκάς μοι, δηλαδή, όλα τα λόγια κι όλα τα έργα.
«Ότι τα ρήματα ά δέδωκάς μοι δέδωκα αυτοίς, και αυτοί έλαβον, και έγνωσαν αληθώς ότι παρά σού εξήλθον, και επίστευσαν ότι συ με απέστειλας» (Ιωάν. ιζ΄8). Με τα ρήματα πρέπει να κατανοήσουμε όλη τη σοφία και τη δύναμη που έδωσε ο Κύριος στους μαθητές Του, όχι μόνο τα λόγια. Την ενέργεια της σοφίας και της δύναμης την είχαν ήδη δοκιμάσει οι μαθητές όλο το διάστημα που έζησαν κοντά στον Κύριο στη γη και είχαν πειστεί πως όλη η σοφία κι η δύναμή Του ήταν από το Θεό.
«Εγώ περί αυτών ερωτώ· ου περί του κόσμου ερωτώ, αλλά περί ών δέδωκάς μοι, ότι σοι εισι» (Ιωάν. ιζ΄9). Μήπως αυτό σημαίνει πως ο Κύριος δεν προσεύχεται για όλον τον κόσμο, αλλά μόνο για τους μαθητές Του; Οι μαθητές ήταν η καλή γη, που ο ουράνιος Σπορέας έσπειρε το σωστικό Του σπόρο. Για τον αγρό αυτόν, που ό ίδιος ο Σπορέας καλλιέργησε κι έσπειρε, προσευχήθηκε στο πρώτο μέρος. Ο Κύριος το έκανε αυτό για να μας διδάξει πως πρέπει να ζητάμε από το Θεό με ταπεινοφροσύνη μόνο αυτά που μας είναι απαραίτητα. Μέσα στην ακαλλιέργητη και άγονη γη αυτού του κόσμου, ο ίδιος διάλεξε ένα μικρό αγρό, τον περιέφραξε κι έσπειρε εκεί τον πολύτιμο σπόρο. Καθώς ο σπόρος αυτός αναπτύσσεται και καρποφορεί, ο αγρός μεγαλώνει κι ο σπόρος που θα σπαρεί θα είναι περισσότερος. Επομένως δεν είναι φυσικό για το γεωργό να προσεύχεται μόνο για τον περιφραγμένο, καλλιεργημένο και σπαρμένο αγρό κι όχι για τον άγονο κι ακαλλιέργητο;
Πολλοί νεωτεριστές στη διαδρομή της ιστορίας, φυσιωμένοι από τις γνώσεις και την έπαρσή τους, προσπάθησαν με τις θεωρίες τους να φέρουν την ευτυχία στο ανθρώπινο γένος με μιά κίνηση, κάνοντας έκκληση σ’ ολόκληρο τον κόσμο. Οι προσπάθειες τους όμως γρήγορα εκμηδενίστηκαν και χάθηκαν σαν φουσκάλες του νερού, αφήνοντας τον απατημένο κόσμο σε ακόμα μεγαλύτερη δυστυχία.
Τα έργα του Κυρίου έχουν μιά αόρατη, μιά δυσθεώρητη αρχή, όπως ο σπόρος του σιναπιού που σπέρνεται κάτω από την επιφάνεια της γης κι αναπτύσσεται αργά. Όταν μεγαλώσει όμως και γίνει δέντρο, δεν μπορεί να το κουνήσει κανένας άνεμος. Όταν γίνεται σεισμός καταστρέφει πύργους υψηλούς, κατασκευάσματα ανθρώπων, μα δεν μπορεί να βλάψει ούτε ένα δέντρο. Σε κάθε περίπτωση ο Κύριος δεν μπορεί να προσευχήθηκε στον Πατέρα Του μόνο για τους μαθητές Του αλλά όπως θα δούμε αργότερα, και περί των πιστευόντων δια του λόγου αυτών είς εμέ. Και πάλι όμως όχι για όλους τους άγονους κι ακαλλιέργητους αγρούς του κόσμου, αλλά μόνο για τον διευρυμένο αγρό, όπου οι μαθητές θα σπείρουν τον πολύτιμο σπόρο του ευαγγελίου.
«Και τα εμά πάντα σα εστι και τα σα εμά, και δεδόξασμαι εν αυτοίς» (Ιωάν. ιζ΄10). Εκτός από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά Του, ο Υιός είναι σε όλα ίσος με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα. Ίσος στην ισότητα και την αθανασία· ίσος στη δύναμη και την εξουσία· ίσος στη σοφία και τη δικαιοσύνη. Στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους όμως, ο Πατέρας είναι αγέννητος, ο Υιός είναι γεννητός και το Πνεύμα το Άγιο εκπορεύεται από τον Πατέρα. Η σχέση του Πατέρα με τον Υιό είναι του Γεννήτορα και με το Άγιο Πνεύμα είναι της Πηγής. Η κυριότητα κι αυθεντία σ’ όλα τα πλάσματα του ορατού και αοράτου κόσμου ανήκουν εξίσου και αδιαίρετα στον Πατέρα, τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα. Η ουσία κι η ύπαρξη των τριών προσώπων είναι μιά αόρατη μονάδα, των υποστάσεων είναι ασύγχυτη Τριάδα. Έτσι όλα όσα έχει ο Πατέρας τα έχει και ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα. Και τα εμά πάντα σα εστι και τα σα εμά. Αυτό ισχύει και για τους πιστούς του Χριστού. Ανήκουν στον Πατέρα όπως ανήκουν και στον Υιό, καθώς και στο Άγιο Πνεύμα. Γιατί ο Κύριος είπε λίγο νωρίτερα, Σοι ήσαν και εμοί αυτούς δέδωκας, και τώρα λέει και τα εμά πάντα σα εστι και τα σα εμά. Επειδή ως εκπρόσωπος του Πατέρα τους είχε παραλάβει από Εκείνον ως ακατέργαστο υλικό κι ο ίδιος τους επεξεργάστηκε και τους λύτρωσε από την αμαρτία. Και τώρα τους παραδίδει ξανά καλλιεργημένους και λυτρωμένους στον Πατέρα Του. Επομένως όσα είναι του Πατέρα είναι δικά Του· κι όσα είναι δικά Του, είναι και του Πατέρα.
Όπως είναι δύσκολο να μοιράσεις την αγάπη δυό ανθρώπων που αγαπιούνται, το ίδιο είναι και να μοιράσεις αυτό που ανήκει ξεχωριστά στον καθένα. Ο Κύριος είπε επίσης: «και δεδόξασμαι εν αυτοίς». Ως Θεός δοξάζεται από τους ανθρώπους. Κι ως άνθρωπος δοξάζεται ενώπιον της Αγίας Τριάδας και των αγγέλων. Από τι εγκωμιάζεται ένα δέντρο αν όχι από τους καρπούς του; Ο Κύριος δε ζητεί μάταιη δόξα, κενή, ζητεί τη δόξα Του από τους καρπούς Του –τους μαθητές Του- που τον ακολούθησαν με πίστη και καλά έργα, με αγάπη και ζήλο. Υπάρχουν γονείς που ζητούν μεγαλύτερη δόξα απ’ αυτήν που τους δίνουν τα παιδιά τους; Η μεγαλύτερη χαρά του Κυρίου είναι να δοξάζεται από τα παιδιά Του, στους πιστούς οπαδούς Του.
«Και ουκέτι ειμί εν τω κόσμω, και ούτοι εν τω κόσμω εισι, και εγώ προς σε έρχομαι. Πάτερ άγιε, τήρησον αυτούς εν τω ονοματί σου ώ δεδωκάς μοι, ίνα ώσιν εν καθώς ημείς» (Ιωάν. ιζ΄ 11). Γιατί λέει ο Κύριος πως δεν είναι πιά στον κόσμο; Επειδή τέλειωσε το έργο Του και τώρα πιά περιμένει να υποστεί το έσχατο και μέγιστο πάθος, να σφραγίσει το τελειωμένο έργο με το αθώο αίμα Του.
Προσέξτε με πόση αγάπη προσεύχεται για τους μαθητάς Του! Καμιά μητέρα δε θα προσευχόταν με τοση στοργή για τα παιδιά της. Πάτερ άγιε, τήρησον αυτούς. τους αφήνει ως πρόβατα ανάμεσα σε λύκους. Αν δεν τους προστάτευε κάποιο μάτι από τον ουρανό, θα τους είχαν κατασπαράξει όλους οι λύκοι. Τήρησον αυτούς εν τω ονόματί σου, ως γονιός, ως Πατέρας. Γίνου δικός τους Πατέρας, όπως είσαι και δικός Μου. Με την πατρική Σου αγάπη στήριξέ τους και προστάτεψέ τους από τους κακούς λύκους, οδήγησέ τους ίνα ώσιν έν καθώς ημείς. Στην τέλεια αυτή ενότητα δε θα δεις μόνο την πανίσχυρη δύναμη των πιστών, μα και τη δόξα του Θεού. Όπως ο Πατέρας κι ο Υιός έχουν την ίδια ουσία και διαφέρουν μόνο στα πρόσωπα, ας γίνει το ίδιο και στους πιστούς: πολλά και διάφορα τα πρόσωπα, αλλά ουσιαστικά ένας στην αγάπη, το θέλημα και το νου.
Και συνεχίζει ο Κύριος: «Ότε ήμην μετ’αυτών εν τω κόσμω, εγώ ετήρουν αυτούς εν τω ονόματί σου· ούς δέδωκάς μοι εφύλαξα, και ουδείς εξ αυτών απώλετο ει μη ο υιός της απωλείας, ίνα η γραφή πληρωθή» (Ιωάν. ιζ΄12). Κανένας απ’ όσους διάλεξε ο Κύριος δε θα χαθεί, εκτός από τον Ιούδα τον προδότη, όπως είναι γραμμένο και στη Γραφή. Ο Ιούδας βέβαια δε χάθηκε επειδή είναι γραμμένο, αλλ’ επειδή έδειξε ότι απίστησε στο Θεό και λάτρεψε το χρήμα. Στην Αγία Γραφή έχουν γραφεί τα εξής προφητικά λόγια για τον Ιούδα: «Ο εσθίων άρτους μου, εμεγάλυνεν επ’ εμέ πτερνισμόν» (Ψαλμ. μ΄10), το οποίο χωρίο εξηγεί ο Ιωάννης στο ευαγγέλιό του (βλ. Ιωάν. ιγ΄18). «Και την επισκοπήν αυτού λάβει έτερος» (Ψαλμ. ρη΄8), αναφέρει ξανά η Αγία Γραφή. Και οι δυό αυτές προφητείες εκπληρώθηκαν στον Ιούδα. Έφαγε τον άρτο μαζί με τον Κύριο Ιησού κι έπειτα σήκωσε την φτέρναν εναντίον Του, όπως λέει ο ίδιος ο Κύριος με τα λόγια του προφήτη: «Ο τρώγων μετ’ εμού τον άρτον επήρεν επ’ εμέ την πτέραν» (Ιωάν. ιγ΄18). Και μετά την προδοσία του ο Ιούδας κρεμάστηκε κι ο Ματθίας πήρε την αποστολική θέση του. Και τελειώνει ο Κύριος:
«Νύν δε προς σε έρχομαι, και ταύτα λαλώ εν τω κόσμω ίνα έχωσι την χαρά την εμήν πεπληρωμένην εν αυτοίς» (Ιωάν. ιζ΄13). Ο Κύριος κάνει την προσευχή αυτή προς τον Ουράνιο Πατέρα Του λίγο προτού αποχωριστεί από τους μαθητές Του και από τον κόσμο. Ο Κύριος γνωρίζει πως τον περιμένει ο θάνατος κι ο ταφος. Δε μιλάει γι’ αυτό όμως στον αθάνατο Πατέρα Του, αφού ο θάνατος κι ο ταφος δεν έχουν καμιά σημασία στα μάτια του Θεού. Μιλάει για επιστροφή στον Πατέρα Του- νυν δε προς σε έρχομαι-στην αιώνια δόξα – τη δόξη ή είχον, προ του τον κόσμον είναι παρά σοι. Μετά προσεύχεται για τους μαθητές Του, για να έχουν τη δική Του χαρά και μάλιστα πεπληρωμένην. Τί είδους χαρά είναι αυτή; Είναι η χαρά που έχει ο υπάκουος γιός όταν εκπληρώνει το θέλημα του πατέρα του. Είναι η χαρά του ειρηνοποιού, που η δική του εσωτερική και θεϊκή ειρήνη δεν μπορεί να διαταραχθεί από τα παραληρήματα αυτού του κόσμου. Είναι η χαρά του νοικοκύρη, που αφού καθάρισε τον αγρό του, τον όργωσε και τον έσπειρε, ύστερα βλέπει τον καρπό ν’ αναπτύσσεται, να ωριμάζει και ν’ αποδίδει. Είναι η χαρά του νικητή, που κατατρόπωσε όλους τους εχθρούς του και χάρισε τη δύναμη της νίκης στους φίλους του, για να’ ναι νικητές ως το τέλος του χρόνου. Είναι τελικά η χαρά της αγνής και θεοφίλητης καρδιάς, η χαρά αυτή που είναι ζωή, αγάπη και δύναμη. Τέτοια χαρά είναι στην πληρότητά της εκείνη που ζητούσε ο Κύριος για τους μαθητές Του προτού αναχωρήσει από τον κόσμο.

Η προσευχή αυτή πού έκανε ο Κύριος Ιησούς πριν από το θάνατό Του είχε την άμεση και πλήρη προσοχή του Πατέρα Του. Τ’ αποτελέσματά της φάνηκαν σύντομα. Τη στιγμή του μαρτυρίου του ο πρωτομάρτυρας της χριστιανικής πίστης, ο αρχιδιάκονος Στέφανος, είδε «δόξαν Θεού και τον Ιησού εστώτα εκ δεξιών του Θεού» (Πράξ. ζ΄55). Κι ο άγιος απόστολος Παύλος γράφει πως ο Θεός «εκάθισεν (τον Χριστόν) εν δεξιά αυτού εν τοις επουρανίοις, υπέράνω πάσης αρχής και εξουσίας και δυνάμεως και κυριότητος και παντός ονόματος ονομαζομένου, ού μόνο εν τω αιώνι τουτω, αλλά και εν τω μέλλοντι· και πάντα υπέταξεν υπό τους πόδας αυτού» (Εφ. Α΄20-22). Αυτά αναφέρονται στη δόξα του Κυρίου Ιησού. Για την πνευματική ενότητα των πιστών τώρα, όλα εξελίχτηκαν ακριβώς όπως ο ίδιος ζήτησε από τον Πατέρα Του. Στις Πράξεις των αποστόλων αναφέρεται πως «του δε πλήθους των πιστευσάντων ήν η καρδία και η ψυχή μία» (δ΄32).
Όπως έχουμε ήδη αναφέρει, η προσευχή του Χριστού δεν αναφέρεται μόνο στους αποστόλους –αν και κατά κύριο λόγο αναφέρεται σ’ αυτούς- αλλά και σ’ όλους εκείνους πού πίστεψαν ή θα πιστέψουν στο Χριστό από τα λόγια τους. Η προσευχή αυτή επομένως ήταν και για τους άγιους πατέρες της Πρώτης Οικουμενικής Συνόδου, που γιορτάζουμε σήμερα. Τήρησον αυτούς, προσευχήθηκε ο Χριστός στον Πατέρα Του. Κι ο Πατέρας τους τήρησε και τους προφύλαξε από τίς πλάνες τους Αρείου. τους φώτισε, τους ενέπνευσε και τους ενίσχυσε με το Άγιο Πνεύμα για να υπερασπιστούν και να ομολογήσουν την ορθόδοξη πίστη.
Η προσευχή αυτή όμως έγινε και για όλους εμάς που έχουμε βαφτιστεί στην αποστολική Εκκλησία και που μάθαμε από τους αποστόλους και τους διαδόχους τους το σωτήριο όνομα του Χριστού, του Σωτήρα μας.
Αδελφοί μου! Σκεφθείτε πως ο Κύριος Ιησούς λίγο πριν από το θάνατό Του, εδώ και δυό χιλιάδες χρόνια, σκέφτηκε και σας, προσευχήθηκε στο Θεό για σας! Εύχομαι η παντοδύναμη αυτή προσευχή να σας προστατεύει και να σας καθαρίζει από κάθε αμαρτία, να σας γεμίζει χαρά και να ενώσει τις καρδιές και τις ψυχές σας! Είθε και μείς να δοξολογούμε ενωμένοι τον Πατέρα, τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα, την ομοούσια και αδιαίρετη Τριάδα, τώρα και πάντα και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν!

Από το βιβλίο του Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς: Ομιλίες γ΄, Αναστάσεως Ημέρα. Από τήν Κυριακή του Πάσχα, ως τήν Πεντηκοστή.

 
σχόλιο:Είπε Γέρων_Στην εποχή της αντιπατερικότητας, του Νέο-Βαρλααμισμού, της μεταπατερικότητας και νεοπατερικότητας θα τιμήσουμε τυπικά τους Αγίους πατέρες της Α Οικουμενικής Συνόδου. Η ΥΠΟΚΡΙΣΙΑ ΣΕ ΟΛΟ ΤΗΣ ΤΟ ΜΕΓΑΛΕΙΟ.

 

Δεν υπάρχουν σχόλια: