Κυριακή 5 Ιουλίου 2020

Η διγλωσσία: ελληνικά και ρωμαίικα

Στη σημερινή και την επόμενη ανάρτηση θα περιγραφθεί η διαμόρφωση της κοινωνιογλωσσολογικής διγλωσσίας των «βυζαντινών» Ρωμαίων που είχαν ως «φυσική» γλώσσα τα ρωμαίικα, αλλά χρησιμοποιούσαν ως λόγια γραπτή γλώσσα τα ελληνικά.

1. Η διγλωσσία

Με τον όρο (κοινωνιογλωσσολογική) διγλωσσία (diglossia, όχι bilingualism), οι γλωσσολόγοι εννοούν την συνειδητά επιλεκτική χρήση δύο συγγενικών γλωσσικών ποικιλιών, μία υψηλού και μία χαμηλού κύρους (high & low register), σε διαφορετικές κοινωνικές περιστάσεις. Η ποικιλία υψηλού κύρους (που συχνά αποτελεί και την λόγια γραπτή γλώσσα μιας κοινωνίας) στις προνεωτερικές κοινωνίες συχνά διδασκόταν επίκτητα/«τεχνητά» (με επιπρόσθετη εκπαίδευση πέρα από την λεγόμενη πρώτη κοινωνικοποίηση του ατόμου) και ήταν η διατοπική (επειδή ήταν σχετικά τυποποιημένη) γλώσσα της ολιγάριθμης, λόγιας κοινωνικής ελίτ, η οποία χρησιμοποιούνταν παράλληλα και ως επίσημη γλώσσα των πολιτικών και εκκλησιαστικών θεσμών. Αντίθετα, η ποικιλία χαμηλού κύρους  δημώδης γλώσσα), ήταν η γλωσσική ποικιλία των αγράμματων ή ολιγοεγγράμματων μαζών που αποκτιόταν κατά την πρώτη κοινωνικοποίηση του ατόμου, κατά κανόνα έδειχνε γεωγραφική διαφοροποίηση (λόγω έλλειψης τυποποίησης) και είναι η συνήθης καθομιλουμένη που οι μάζες κατανοούσαν ως την «φυσική» τους γλώσσα.
Για να καταλάβετε την διαφορά των όρων diglossia και bilingualism, η διακριτή απόδοση των οποίων στα ελληνικά είναι ένα πρόβλημα, παραθέτω μια υποσημείωση των μεταφραστριών (Μελίτα Σταύρου και Μαρία Τζεβελέκου) του βιβλίου του Geoffrey Horrocks Ελληνική: η ιστορία της γλώσσας και των ομιλητών της (Εστία 2006):
[σ. 31, υποσημ. 4] Ο νεολογισμός «diglossia», τον οποίο εισήγαγε ο C. A. Ferguson στο ομότιτλο άρθρο του («Diglossia», Word 15 [1959] 325-340) για να περιγράψει τη διάσταση ανάμεσα στη γραπτή (επίσημη) και την προφορική (καθημερινή, καθομιλουμένη) μορφή μιας γλώσσας, είναι προφανές ότι αποδιδόμενος στα ελληνικά ως διγλωσσία (μια λέξη που θα πρέπει να θεωρηθεί αντιδάνειο) δημιουργεί πρόβλημα αμφισημίας, αφού ο όρος «διγλωσσία» χρησιμοποιούνταν ήδη ανεξάρτητα για να δηλώσει την ισότιμη γνώση (και χρήση) δύο ξεχωριστών γλωσσικών συστημάτων -π.χ. γαλλικά και αγγλικά- από τον ίδιο ομιλητή (bilingualism). Εκτιμώντας ότι οι όροι θεσμική διγλωσσία και διμορφία/διτυπία που έχουν κατά καιρούς προταθεί ως αποδόσεις του όρου «diglossia» είναι συχνά παραπλανητικοί και δεν αποδίδουν με ακρίβεια το αρχικό νόημα του ξένου όρου, κρίναμε ότι διατηρώντας τον όρο διγλωσσία ως μετάφραση του «diglossia» και εισάγοντας τον όρο αμφιγλωσσία ως απόδοση του «bilingualism», ο αναγνώστης του βιβλίου δεν θα αναγκάζεται να εξάγει κάθε φορά το ακριβές νόημα της λέξης διγλωσσία προσφεύγοντας στα εκάστοτε συμφραζόμενα.
Παραθέτω και δυο σελίδες για την έννοια της (κοινωνιογλωσσικήςδιγλωσσίας (diglossia) από το παρακάτω βιβλίο:
Peter MackRidge, Language and National Identity in Greece, 1766-1976 (Oxford 2009)
Η διγλωσσία, λοιπόν, με λίγα λόγια είναι η κατάσταση όπου τα μέλη μιας κοινωνίας χρησιμοποιούν ΣΥΝΕΙΔΗΤΑ διαφορετικές (αλλά συνήθως συγγενικές) γλωσσικές ποικιλίες -μία υψηλού και μία χαμηλού κοινωνικού κύρους- σε διαφορετικές περιστάσεις. Παραδείγματα διγλωσσίας είναι η συνύπαρξη καθαρεύουσας και δημοτικής στην Ελλάδα πριν το 1976, η συνύπαρξη της προτύπου Ιταλικής με τις παραδοσιακές τοπολαλιές της Ιταλίας (οι οποίες δεν αποτελούν «διαλέκτους» της Ιταλικής, αλλά «αδελφές» της) κλπ. Κατά τον μεσαίωνα, διγλωσσία υπήρχε και στην ρωμανόφωνη δύση, επειδή η δημώδης lingua Romana (= ρωμαϊκή γλώσσα = ο επιχώριος απόγονος της δημώδους λατινικής = sermo vulgaris της ύστερης αρχαιότητας) είχε απομακρυνθεί αισθητά από την (μεσαιωνική) λατινική που χρησιμοποιούσαν σε γραπτό ή προφορικό λόγο οι ολιγάριθμοι εγγράμματοι.

2. Η λατινο-ρωμανική διγλωσσία στην μεσαιωνική δύση

Το κείμενο των Όρκων του Στρασβούργου (842) διακρίνει τρεις διαφορετικές γλώσσες: λατινικήρωμαϊκή (lingua romana = η (δημώδης) αρχαϊκή γαλλική) και τευτονική (teudisca lingua = Παλαιά Άνω Γερμανική). Κάθε φορά που πρόκειται να ακολουθήσει γλώσσα διαφορετική από την μεσαιωνική λατινική (η default γλώσσα του κειμένου), οι συγγραφείς του κειμένου δηλώνουν το όνομά της:
1) Cumque Karolus haec eadem verba romana lingua perorasset, Lodhuvicus, quoniam major natu erat, prior haec deinde se servaturum testatus est: “Pro Deo amur et pro christian poblo et nostro commun saluament […]
2) Quod cum Lodhuvicus explesset, Karolus teudisca lingua sic hec eadem verba testatus est: “In godes minna ind in thes christiānes folches ind unsēr bēdhero gehaltnissī […]”
Στην Γ΄ Σύνοδο της Τουρώνης (813) αποφασίστηκε πως το κήρυγμα των ιερέων δεν θα γίνεται πια στην (μεσαιωνική) λατινική, αλλά στις δύο γλώσσες που ο λαός καταλαβαίνει ευκολότερα, την αγροικική ρωμαϊκή γλώσσα (rustica Romana linguaκαι την τευτονική (Thiotiscam).
Γιατί η δημώδης ρωμανική της Φραγκίας ονομάζεται «ρωμαϊκή» γλώσσα τον 9° αιώνα;
Μέχρι και την πτώση της δυτικής Ρωμανίας, οι όροι ρωμαϊκή γλώσσα (lingua romana) και λατινική γλώσσα (lingua latina) ήταν συνώνυμοι. Κατά τον πρώιμο μεσαίωνα, όμως, οι επιχώριοι απόγονοι της δημώδους λατινικής που ήταν πια η φυσική γλώσσα των ρωμανόφωνων μαζών, είχαν απομακρυνθεί αισθητά από την λατινική, η γνώση της οποίας πλέον προϋπέθετε επιπρόσθετη εκπαίδευση. Επειδή οι ρωμανόφωνοι επαρχιώτες του πρώιμου μεσαίωνα ήταν εθνοπολιτισμικά Ρωμαίοι (Romani), ήταν λογικό γι΄αυτούς να θεωρούν ρωμαϊκή την φυσική τους (δημώδη) ρωμανική γλώσσα. Έτσι οι όροι «ρωμαϊκή/ρωμανική γλώσσα» και «λατινική γλώσσα» κατέληξαν να σημαίνουν διαφορετικά πράγματα στην Φραγκία του 9ου αιώνα: η «ρωμαϊκή» γλώσσα ήταν η ζωντανή ρωμανική γλώσσα των μαζών και η «λατινική» ήταν η νεκρή γλώσσα την οποία μάθαιναν με επιπρόσθετη εκπαίδευση οι ολιγάριθμοι εγγράμματοι. Σταδιακά, κατά την περίοδο από τον 13° ως τον 16° αιώνα, στην ρωμανόφωνη δύση προέκυψαν τα σύγχρονα ονόματα των σημερινών ρωμανικών γλωσσών (φραντσέζικα (γαλλικά), ισπανικά (η καστιλιανική) κλπ.), και ακολούθησε στη συνέχεια μια δεύτερη περίοδος (16ος-19ος αι.) όπου οι ρωμανικές αυτές γλώσσες εξελίχθηκαν σε εθνικές γλώσσες των ρωμανόφωνων εθνών-κρατών. Για να καταλάβετε το δεύτερο βήμα, παραθέτω το εξής παράδειγμα από την Γαλλία του 15ου αιώνα. Όταν το 1444 οι Άγγλοι απευθύνθηκαν σε διαπραγματεύσεις στα φραντσέζικα (γαλλικά) στον Γασκόνο κόμη Jean IV d’Armagnac, ο τελευταίος τους παρακάλεσε να συνεχίσουν την συζήτηση στα λατινικά, επειδή δεν γνώριζε και τόσο καλά τα φραντσέζικα. Τα φραντσέζικα (γαλλικά) τότε ήταν η λόγια γλώσσα μόνον της Île-de-France (η νησίδα γύρω από το Παρίσι). Στην Γασκονία, η επιχώρια (δημώδης) ρωμανική γλώσσα ήταν η Γασκονική και ήταν ακόμα ζωντανή η παράδοση χρήσης της λατινικής -και όχι της φραντσέζικης– ως λόγιας γλώσσας.
Ενδιαφέρον έχει η περίπτωση της Ιταλίας, όπου ο όρος volgare = «δημώδης (γλώσσα)» (ο απόγονος του λατινικού όρου sermo vulgaris) συνέχισε να χρησιμοποιείται ως την πρώιμη νεωτερική εποχή για τις διάφορες ιταλορωμανικές τοπολαλιές και την πρότυπη Ιταλική (η λόγια τοσκανική του Δάντη). Το έργο του Δάντη (c. 1265 – 1321) De vulgari eloquentia (Περί της δημώδους ομιλίας) περιγράφει αυτές που ο Φλωρεντίνος λόγιος κατανοούσε ως τις δημώδεις ρωμανικές τοπολαλιές της Ιταλίας της εποχής του. Χαρακτηρίζει την τοπολαλιά της Ρώμης (σημ. dialetto romanescoεδώ δείγμα) ως την πιο κακόηχη (turpissima) όλων των ιταλικών «δημωδών» [ομιλιών].
[Δάντης, De Vulgari Eloquentia, 11.2Sicut ergo Romani se cunctis preponendos existimant, in hac eradicatione sive discerptione non inmerito eos aliis preponamus, protestantes eosdem in nulla vulgaris eloquentie ratione fore tangendos. Dicimus igitur Romanorum non vulgare, sed potius tristiloquium, ytalorum vulgarium omnium esse turpissimum; nec mirum, cum etiam morum habituumque deformitate pre cunctis videantur fetere. Dicunt enim: Messure, quinto dici?
Για να δούμε τώρα την διγλωσσία στην άπτωτη Ρωμανία.

3. Η διγλωσσία στην άπτωτη Ρωμανία

Στην ανατολική Ρωμανία, η ελληνιστική κοινή ελληνική καθιερώθηκε από νωρίς σε συνήθη γλώσσα επικοινωνίας του ρωμαϊκού κράτους με τις ελληνόφωνες και ελληνοπρεπείς επαρχίες και σε διοικητική και λειτουργική γλώσσα των ελληνόφωνων πατριαρχείων. Ορισμένοι εκπρόσωποι του κινήματος της Δεύτερης Σοφιστικής (2ος μ.Χ. αι.) όπως ο Λουκιανός προώθησαν τον αττικισμό (αναβίωση της εδώ και αιώνες νεκρής κλασσικής Αττικής διαλέκτου του Θουκυδίδη και του Δημοσθένη) ως δείκτη υψηλής παιδείας, δημιουργώντας ένα χάσμα μεταξύ του τεχνητού αττικίζοντος επιτηδευμένου λόγου και της τρέχουσας ελληνιστικής Κοινής της εποχής. Αυτή η κατάσταση μπορεί να θεωρηθεί ως η απαρχή της διγλωσσίας στην ελληνόφωνη κοινωνία.
Όσον αφορά την κυριαρχία της ελληνικής επί της λατινικής στις ελληνόφωνες και ελληνοπρεπείς ρωμαϊκές επαρχίες, υπάρχει ένα ενδιαφέρον χωρίο στις Μεταμορφώσεις του Απουληίου (μέσα 2ου μ.Χ. αι.), όπου ένας Ρωμαίος λεγεωνάριος στρατιώτης (miles e legione) ρωτά με αλαζονικό ύφος κάτι στα λατινικά σε έναν ελληνόφωνο επαρχιώτη που δεν γνώριζε λατινικά (Latini sermonis ignarus). Όταν ο δεύτερος του ζήτησε να μιλήσει στα ελληνικά επειδή δεν γνώριζε λατινικά, ο λεγεωνάριος το εξέλαβε ως προσβολή. Τελικά, ο λεγεωνάριος έδωσε τόπο στην οργή και «υποτάχτηκε» γλωσσικά (subiciens) στον ελληνόφωνο, θέτοντας το ερώτημά του στα ελληνικά (ergo igitur Graece subiciens miles).
[Απουλήιος, Μεταμορφώσεις, 9.39Ad istum modum puncto brevissimo dilapsae domus fortunam hortulanus ille miseratus suosque casus graviter ingemescens, depensis pro prandio lacrimis vacuasque manus complodens saepicule, protinus inscenso me retro quam veneramus viam capessit. Nec innoxius ei saltem regressus evenit. Nam quidam procerus et, ut indicabat habitus atque habitudo, miles e legione, factus nobis obvius, superbo atque adroganti sermone percontatur, quorsum vacuum duceret asinum? At meus, adhuc maerore permixtus et alias Latini sermonis ignarus, tacitus praeteribat. Nec miles ille familiarem cohibere quivit insolentiam, sed indignatus silentio eius ut convicio, viti quam tenebat obtundens eum dorso meo proturbat. Tunc hortulanus subplicue respondit sermonis ignorantia se quid ille disceret scire non posse. Ergo igitur Graece subiciens miles: “Vbi” inquit “ducis asinum istum?”.
Τις λεπτομέρειες για την κυριαρχία της ελληνικής στην ανατολική Ρωμανία του 5ου αιώνα (νοτίως της γραμμής του Jireček εννοείται) θα τις βρείτε στο βιβλίο του Fergus Millar A Greek Roman Empire (University of California Press 2006). Έχω αφιερώσει δύο αναρτήσεις (#1 και #2) στο βιβλίο αυτό.
Τον 6° μ.Χ. αιώνα η δημώδης ελληνική της εποχής κατανοείται ακόμα ως ελληνική γλώσσα στις πηγές της εποχής. Σε μια Νεαρά του Ιουστινιανού, ο νόμος εκδόθηκε «οὐ τῇ πατρίῳ φωνῇ» (λατινικά), «ἀλλὰ ταύτῃ δὴ τῇ κοινῇ τε καὶ ἑλλάδι» για να γίνει εύκολα  και άμεσα κατανοητός στις μάζες. Η «Ἑλλάς φωνή» (ελληνική γλώσσα, βλ. ορισμό 8 εδώ) θεωρείται ακόμα η κοινή γλώσσα των ελληνόφωνων και ελληνοπρεπών Ρωμαίων, ενώ η λατινική θεωρείται η συμβολική «πάτριος» φωνή των Ρωμαίων «προγόνων».
ἐκείνην γὰρ κατὰ πάντων κρατεῖν καὶ κυρίαν εἶναι θεσπίζομεν, διόπερ αὐτὴν καὶ προὐθήκαμεν καὶ οὐ τῇ πατρίῳ φωνῇ τὸν νόμον συνεγράψαμεν, ἀλλὰ ταύτῃ δὴ τῇ κοινῇ τε καὶ ἑλλάδι, ὤστε ἅπασιν αὐτὸν εἶναι γνώριμον διὰ τὸ πρόχειρον τῆς ἑρμηνείας.
Όπως έχω εξηγήσει σε παλαιότερη ανάρτηση, ο Προκόπιος γράφει ότι, λίγο πριν την επίσημη παράδοση των Γότθων στον Βελισάριο το 540, οι λατινόφωνοι Ιταλιώτες πρέσβεις των Γότθων που διέσχισαν την Ρωμανία για να φτάσουν στην Περσική αυλή, μόλις εισήλθαν στην Θράκη (i.e., στην Εώα υπαρχία = δικαιοδοσία των ελληνόφωνων πατριαρχείων) προσέλαβαν διερμηνέα που γνώριζε την ελληνική και συριακή γλώσσα, και έτσι πέρασαν απαρατήρητοι από όλους τους Ρωμαίους. Η κοινή ελληνική γλώσσα των οδοιπόρων και των σταθμών θεωρείται ακόμα ελληνική.
[Προκόπιος, Πόλεμοι, 2.2.3]  ὁδῷ τε ἰόντες ἐς τὰ ἐπὶ τῆς Θρᾴκης χωρία ἑταιρίζονταί τινα ἐνθένδε Σύρας τε καὶ τῆς Ἑλληνίδος φωνῆς ἑρμηνέα σφίσιν ἐσόμενον, ἅπαντάς τε Ῥωμαίους λαθόντες ἐς τὰ Περσῶν ἤθη ἀφίκοντο.
Το Στρατηγικό του Μαυρικίου (περ. 600) υποδεικνύει στους αξιωματικούς να εξηγήσουν τα επιτίμια (παραβάσεις και τιμωρίες) στους στρατιώτες τους «ἀναγινώσκεται τὰ ἐπιτίμια Ῥωμαϊστὶ καὶ ἑλληνιστὶ οὕτως» (και στα ρωμαϊκά = λατινικά και στα ελληνικά).
Με την ευκαιρία του Στρατηγικού, προσθέτω εδώ μερικά λόγια για την παλαιότερη/πρώτη φουρνιά εθνοτικών Ρωμαίων της ανατολικής Ρωμανίας που μιλούσε την πάλαι/πρώτη ρωμαϊκή (λατινική) γλώσσα. Οι γλωσσικοί πρόγονοι των sensu lato Βλάχων (ομιλητές των θυγατρικών ποικιλιών της ΚΑΒΡ) που τέθηκαν εκτός Ρωμανίας στις αρχές του 7ου αιώνα, διατήρησαν στις γλώσσες τους το «στιγμιότυπο» του Στρατηγικού. Οι Βλάχοι αυτοπροσδιορίζονται ως «Ρωμαίοι» (Rōmānī) που μιλάνε ῥωμαϊστί (επίθετο rōmān-iscus > επίρρημα rōmānisc-ē = ῥωμαϊστί, βλ. παραπάνω το επίρρημα graec-ē = ἑλληνιστί στο χωρίο του Απουληίου):
λατ. rōmānisc-ē > ΚΑΒΡ *rumâneaște (ρουμ. rοmânește ~ αρμαν. armâneaște/armâneaști κλπ)
Στο Στρατηγικό του Μαυρίκιου βρίσκουμε τoυς όρους «σπαθία Ἐρουλίσκια» (ερουλικά = των Ερούλων) και «λαγκίδια Σκλαβινίσκια» (σλαβικά = των Σλάβων) που δείχνουν την χρήση του υστερολατινικού επιθήματος -iscus στην λατινική του ρωμαϊκού στρατού, από την οποία προέκυψε το επίθετο:
λατ. rōmān-iscus > ΚΑΒΡ *rumânescu = «ρωμαϊκός» (λ.χ. ρουμ. românesc ~ αρμαν. armânesc[u])
Γράφοντας γύρω στο 640 για τα γεγονότα της βασιλείας του Μαυρικίου (582-602), ο Θεοφύλακτος Σιμοκάττης (βλ. εδώ «Οι τρεις γλώσσες των Ρωμαίων») διακρίνει μεταξύ της «εὐγενίδος Ἑλλάδος φωνῆς» (η Αττική ελληνική στην οποία έγραψε την ιστορία του) και της «ἰδιώτιδος φωνῆς» (η «άκομψη/ανεπιτήδευτη» δημώδης γλώσσα) στην οποία μίλησαν ορισμένοι Κων/πολίτες την εποχή (602) που ο Φωκάς αναγορεύθηκε αυτοκράτορας από τον στρατό και εκτέλεσε τον προκάτοχό του Μαυρίκιο.
[Θεοφ. Σιμ., 1.8.2] Σκύθης ἀνὴρ Βοοκολαβρᾶ τὴν ἐπωνυμίαν περιαγόμενος (εἰ δέ τι καὶ τῆς προσηγορίας τὸ σαφέστατον ὑπογλίχῃ μαθεῖν, παραυτίκα πρὸς τὴν Ἑλλάδα φωνὴν μετοχετεύσω τὸ ὄνομα. μάγον, ταὐτὸν δὲ φάναι ἱερέα, τὴν τῶν Σκυθῶν ἐπὶ τὴν εὐγενίδα μεταμορφοῦντες φωνὴν τῆς ἑρμηνείας τευξόμεθα),
[Θεοφ. Σιμ., 8.10.13] ἐπὶ τούτοις οἱ Βένετοι χαλεπαίνοντες κατὰ τοῦ Ἀλεξάνδρου ἐξώθουν δημώδεις βοάς. ἃ δ‘ εἶπον ἐκεῖνα ταῦτά ἐστιν· καλὸν γὰρ καὶ τῆς ἰδιώτιδος φωνῆς μνήμην ποιήσασθαι· «ὕπαγε, μάθε τὴν κατάστασιν· ὁ Μαυρίκιος οὐκ ἀπέθανεν
Ο Θεοφύλακτος μας παρέχει και δείγμα της γλωσσικής ποικιλίας που εκλαμβάνει ως «ιδιώτιδα» φωνή: «ὕπαγε, μάθε τὴν κατάστασιν· ὁ Μαυρίκιος οὐκ ἀπέθανεν
Η φράση «ἰδιῶτις φωνή» αντιστοιχεί στην λατινική sermo vulgaris. Το χωρίο αυτό δεν δείχνει ότι η δημώδης γλώσσα έχει πάψει να θεωρείται ελληνική, αλλά συνιστά απόδειξη διγλωσσίας: επίγνωση της διαφοράς μεταξύ μιας «υψηλής»/λόγιας γραπτής ποικιλίας (εὐγενίς) και μιας «χαμηλής»/δημώδους προφορικής ποικιλίας (ἰδιῶτις).
Η περίοδος από τον 7° ως τον 10° αιώνα είναι μεταβατική στην οποία συνυπάρχουν παλιές και νέες τάσεις. Στον Βίο του Αναστασίου του Πέρση (γραφ. περ. 650) ίσως έχουμε την πρώτη σποραδική περίπτωση όπου το επίρρημα ῥωμαϊστί πλέον σημαίνει «στην γλώσσα των [ελληνόφωνων] Ρωμαίων», o Λέων ΣΤ΄ ο Σοφός στα Τακτικά του (περ. 900) περιγράφει την γλωσσική αφομοίωση των Σλάβων ως γλωσσικό «εκγραικισμό» («γραικώσας» = «τους έμαθε να μιλάνε γραικικά»), ενώ ο Λέων ο Διάκονος (έγραψε λίγα χρόνια πριν το 1000) μετεθερμηνεύει το αρμενικό επώνυμο Τζιμισκής «εἰς τὴν ἑλλάδα» ως «μουζακίτζης» (που φορά μουζάκια) και, επειδή ο όρος «μουζακίτζης» είναι δημώδης, το χωρίο φαίνεται να δείχνει πως ο Λέων εξελάμβανε ακόμα την δημώδη γλώσσα ως ελληνική.
– Η (μάλλον) καινοτομική σημασία του όρου ῥωμαϊστί στον Βίο του Αναστασίου του Πέρση (περ. 650):
– Παράγωγα του όρου «Γραικός» για τον γλωσσικό προσδιορισμό (i.e., «γραικική» γλώσσα και αλφάβητο):
Σύμφωνα με τον Θεοφάνη τον Ομολογητή (έγραψε την Χρονογραφία κατά την περίοδο 810-815), το έτος 781/2 μ.Χ. συμφωνήθηκε πως η κόρη του Καρλομάγνου «Ερυθρώ» (Ρουτρούδη) θα παντρευόταν τον γιο της Ειρήνης Κωνσταντίνο ΣΤ΄ (τελικά το συνοικέσιο χάλασε), ο ευνούχος Ελισσαίος στάλθηκε στην φραγκική αυλή για να διδάξει στην Ερυθρώ «τά τε τῶν Γραικῶν γράμματα καὶ τὴν γλῶσσαν, καὶ παιδεῦσαι αὐτὴν τὰ ἤθη τῆς Ῥωμαίων βασιλείας».
[Θεοφάνης, Χρονογραφία, 781/2 μ.Χ.] πρὸς Κάρουλον τὸν ῥῆγα τῶν Φράγγων, ὅπως τὴν αὐτοῦ θυγατέρα, Ἐρυθρὼ λεγομένην, νυμφεύσηται τῷ βασιλεῖ Κωνσταντίνῳ, τῷ υἱῷ αὐτῆς. καὶ γενομένης συμφωνίας καὶ ὅρκων ἀναμεταξὺ ἀλλήλων, κατέλιπον Ἐλισσαῖον τὸν εὐνοῦχον καὶ νοτάριον πρὸς τὸ διδάξαι αὐτὴν τά τε τῶν Γραικῶν γράμματα καὶ τὴν γλῶσσαν, καὶ παιδεῦσαι αὐτὴν τὰ ἤθη τῆς Ῥωμαίων βασιλείας.
Αυτή η άπαξ χρήση του όρου «Γραικός» μάλλον προκρίθηκε από τον Θεοφάνη επειδή το περιβάλλον είναι η φραγκική αυλή, όπου οι ελληνόφωνοι Ρωμαίοι ήταν εξωνυμικά γνωστοί ως «Γραικοί» (Greci). Σε άλλα χωρία όπου διηγείται παλαιότερα γεγονότα (323/4 και 706/7 μ.Χ.) στην ανατολή, ο Θεοφάνης αποκαλεί την γλώσσα «ελληνική»:
[Θεοφάνης, Χρονογραφία, 323/4 μ.Χ.] τότε καὶ Δωρόθεος, ἐπίσκοπος Τύρου, ὁ ἐπὶ Διοκλητιανοῦ πολλὰ κακοπαθήσας καὶ ἐξορίας καὶ βάσανα ὑπομείνας, ἤκμαζεν, πλεῖστα συγγράμματα καταλιπὼν Ῥωμαϊκὰ καὶ Ἑλληνικά, ὡς ἀμφοτέρων γλωσσῶν ἐμπειρότατος καὶ πολυΐστωρ δι’ εὐφυΐαν γενόμενος.
[Θεοφάνης, Χρονογραφία, 706/7 μ.Χ.] Τούτῳ τῷ ἔτει Οὐαλὶδ ἥρπασε τὴν καθολικὴν Δαμασκοῦ ἁγιωτάτην ἐκκλησίαν φθόνῳ τῷ πρὸς Χριστιανοὺς ὁ ἀλιτήριος διὰ τὸ ὑπερβάλλον κάλλος τοῦ τοιούτου ναοῦ· καὶ ἐκώλυσε γράφεσθαι Ἑλληνιστὶ τοὺς δημοσίους τῶν λογοθεσίων κώδικας, ἀλλ’ ἐν Ἀραβίοις αὐτὰ παρασημαίνεσθαι, χωρὶς τῶν ψήφων, ἐπειδὴ ἀδύνατον τῇ ἐκείνων γλώσσῃ μονάδα ἢ δυάδα ἢ τριάδα ἢ ὀκτὼ ἥμισυ ἢ τρία γράφεσθαι·
Παραθέτω την αγγλική μετάφραση των Mango-Scott (Clarendon 1997) των τριών χωρίων για όποιον ενδιαφέρεται.
– Δωρόθεος Τύρου, 323/4 μ.Χ.συγγράμματα … Ῥωμαϊκὰ καὶ Ἑλληνικά, ὡς ἀμφοτέρων γλωσσῶν ἐμπειρότατος
– Χαλίφης Ουαλίδ, 706/7 μ.Χ.: ἐκώλυσε γράφεσθαι Ἑλληνιστί
– Ελισσαίος – Ερυθρώ, 781/2 μ.Χ.τά τε τῶν Γραικῶν γράμματα καὶ τὴν γλῶσσαν
Πάμε τώρα στα Τακτικά του Λέοντος ΣΤ΄ του Σοφού (περ. 900 μ.Χ.). Όπως προανέφερα, ο Λέων αποδίδει στον πατέρα του Βασίλειο Α΄την έναρξητης διαδικασίας εκρωμαϊσμού των νοτιοβαλκανικών Σλάβων που βρέθηκαν εντός της αρχής των Ρωμαίων. Η διαδικασία εκρωμαϊσμού που περιγράφει ο Λέων περιλαμβάνει και τον (γλωσσικό) «εκγραικισμό» (γραικώσας < γραικόω = «κάνω Γραικούς = ελληνόφωνους») των Σλάβων. Η «γραικική» γλώσσα που έμαθαν να μιλάνε οι Σλάβοι ήταν φυσικά κάποια δημώδης μορφή της μεσαιωνικής ελληνικής.
[Τακτικά, 18.95] Ταῦτα [τὰ Σκλαβικὰ δὲ ἔθνη] δὲ ὁ ἡμέτερος ἐν θείᾳ τῇ λήξει γενόμενος πατὴρ καὶ Ρωμαίων αὐτοκράτωρ Βασίλειος τῶν ἀρχαίων ἐθῶν μεταστῆναι καὶ, γραικώσαςκαὶ ἄρχουσι κατὰ τὸν Ρωμαϊκὸν τύπον ὑποτάξας, καὶ βαπτισμάτι τιμήσας, τῆς τε δουλείας ἠλευθέρωσε τῶν ἑαυτῶν ἀρχόντων, καὶ στρατεύεσθαι κατὰ τῶν Ρωμαίοις πολεμούντων ἐθνῶν ἐξεπαίδευσεν, οὕτω πως ἐπιμελώς πεὶ τὰ τοιαῦτα διακείμενος, διὸ καὶ ἀμερίμνους Ρωμαίους ἐκ τῆς πολλάκις ἀπὸ Σκλάβων γενομένης  ἀνταρσίας ἐποίησεν, πολλὰς ὑπ΄ἐκείνων ὀχλήσεις καὶ πολέμους τοῖς πάλαι χρόνοις ὑπομείναντας.
Μετάφραση: Αυτά [τα Σλαβικά έθνη] ο πατέρας μας και αυτοκράτωρ των Ρωμαίων Βασίλειος, που τώρα επαναπαύεται στα ουράνια, τα έπεισε να εγκαταλείψουν τα παλαιά τους ήθη και τους εκγραίκισε (i.e., τους δίδαξε την γραικική γλώσσα), τα έκανε υπήκοα αρχόντων κατά τον ρωμαϊκό τύπο, τα τίμησε με το βάπτισμα, τα ελευθέρωσε από την δουλεία στους δικούς τους δυνάστες και τα εκπαίδευσε να εκστρατεύουν εναντίον των εχθρών των Ρωμαίων. Με αυτόν τον τρόπο χειρίστηκε αυτά τα θέματα και επέτρεψε στους Ρωμαίους να είναι αμέριμνοι και να μην ανησυχούν για τις συχνές σλαβικές ανταρσίες,τις παρενοχλήσεις και τους πολέμους που έπρεπε να υπομένουν στο παρελθόν.
Παραθέτω το χωρίο (18.95) από την έκδοση των Τακτικών του George T. Dennis (Harvard 2010).
Τέλος, όπως προανέφερα παραπάνω, ο Λέων ο Διάκονος λίγο πριν το 1000 φαίνεται να θεωρεί ακόμα την δημώδη γλώσσα της εποχής του ως ελληνική, γιατί μεταφράζει «στα ελληνικά» (εἰς τὴν Ἑλλάδα) το αρμενικό επώνυμο Τζιμισκής με τον δημώδη όρο «μουζακίτζης» (που φορά μουζάκια):
[Λέων Διάκονος, 5.5] καὶ περὶ τῶν τῷ Ἰωάννῃ πραχθέντων, ὃς κατ’ ἐπίκλησιν Τζιμισκῆς ἐκαλεῖτο (τοῦτο δὲ τὸ τῆς Ἀρμενίων διαλέκτου πρόσρημα ὂν, εἰς τὴν Ἑλλάδα μεθερμηνευόμενον μουζακίτζην δηλοῖ·
Σε άλλο χωρίο, ο Λέων γράφει πως το τοπωνύμιο Ωηλέων πλέον προφερόταν Γωλέων λόγω «αγροικικής ιδιωτείας» (επαρχιακή απαιδευσία), ενώ αλλού αναφέρει πως οι «Ταυροσκύθες» είναι γνωστοί ως Ρως στην κοινή διάλεκτο.
[Λέων Διάκονος, 7.6] ὀνομάζεσθαι δὲ τὸν χῶρον, καθ’ ὃν τὴν τοιαύτην ὑπέστη ποινὴν, Ὠηλέοντα, πρὸς δὲ τῆς ἀγροικικῆς ἰδιωτείας κεκλῆσθαι Γωλέοντα.
[Λέων Διάκονος, 4.1] ἐς τοὺς Ταυροσκύθας ἐξέπεμψεν, οὓς ἡ κοινὴ διάλεκτος Ῥῶς εἴωθεν ὀνομάζειν,
Το τελευταίο χωρίο είναι ενδιαφέρον γιατί γίνεται αναφορά στην «κοινή διάλεκτο» των Ρωμαίων, η οποία διέφερε από την επιτηδευμένη λόγια γλώσσαχωρίς όμως να περιγράφεται αρνητικά (λ.χ. «αγροικική ιδιωτεία»).
Αν εξετάσουμε λεπτομερέστερα τον 10° αιώνα, θα βρούμε την πρώτη αναντίλεκτη χρήση του όρου «ρωμαϊκή γλώσσα» για την κοινή/δημώδη διάλεκτο. Στον Βίο Βασιλείου Α΄ της ιστορίας των Συνεχιστών Θεοφάνους (ως συγγραφέας του συγκεκριμένου κεφαλαίου θεωρείται ο Κων/νος Ζ΄ Πορφυρογέννητος) διαβάζουμε για Άραβες κατασκόπους που στάλθηκαν στην Ρωμανία χρησιμοποιώντας την «ρωμαϊκή στολή και γλώσσα» (Ῥωμαϊκῇ στολῇ καῖ γλώσσῃ χρώμενον, βλ. εδώ, σ. 42, υποσημ. 11).
Μάλλον δεν είναι τυχαίο που η κοινή/δημώδης γλώσσα ονομάζεται «ρωμαϊκή» σε ένα χωρίο που αναφέρει Άραβες κατασκόπους. Όπως προηγουμένως ο Θεοφάνης επέλεξε να χρησιμοποιήσει τον όρο «Γραικοί» σε γεγονότα που διαδραματίστηκαν στην φραγκική αυλή, όπου οι ελληνόφωνοι Ρωμαίοι ήταν γνωστοί ως «Γραικοί» (Greci), εδώ βλέπουμε τον Πορφυρογέννητο να χαρακτηρίζει «Ρωμαϊκή» την δημώδη γλώσσα σε ένα χωρίο για Άραβες κατασκόπους που, στην μητρική τους γλώσσα, κατανοούσαν την δημώδη μεσαιωνική ελληνική ως «ρωμαϊκή γλώσσα» (al-lugha al-Rūmiyya, βλ. επόμενη ανάρτηση).
Ο Νικήτας Στηθάτος (11ος αιώνας) έγραψε τον Βίο του Οσίου Συμεών του νέου θεολόγου. Σ΄αυτό το κείμενο του 11ου αιώνα, απ΄όσο γνωρίζω, βρίσκουμε την πρώτη χρήση του όρου «ελληνική γλώσσα» ειδικά για την λόγια/επιτηδευμένη γλώσσα (αρχαία/αρχαΐζουσα ελληνική). Ο Συμεών επέλεξε να ΜΗΝ εξελληνίσει την γλώσσα του με την απόκτηση της έξωθεν/θύραθεν (ελληνικής) παιδείας (ἐξελληνισθῆναι τὴν γλῶτταν τῇ ἀναλήψει παιδείας τὴς θύραθεν … τὴς ἔξωθεν).
Ποια γλώσσα μιλούσε καθημερινά ο Συμεών που επέλεξε να ΜΗΝ μάθει «ελληνικά»Προφανώς μιλούσε την δημώδη ποικιλία (την «κοινή διάλεκτο» του Λέοντος Διακόνου) που ο Πορφυρογέννητος χαρακτηρίζει «ρωμαϊκή» γλώσσα στο χωρίο με τους Άραβες κατασκόπους.
Συνεπώς, γύρω στο 1000 μ.Χ. (10ος-11ος αι.) εγκαινιάζεται μια νέα περίοδος στην «βυζαντινή» γραμματεία (η οποία μπορεί να προϋπήρχε προφορικά χωρίς να έχει καταγραφεί, ιδίως αν το ῥωμαϊστί στον Βίο του Αναστασίου του Πέρση σημαίνει όντως «στην γλώσσα των [ελληνόφωνων] Ρωμαίων») όπου η κοινή/δημώδης/ανεπιτήδευτη μεσαιωνική ελληνική πλέον χαρακτηρίζεται «ρωμαϊκή» επειδή είναι η «φυσική» γλώσσα των εθνοπολιτισμικών Ρωμαίων, ενώ ο όρος «ελληνική» χρησιμοποιείται ειδικά για την επιτηδευμένη αρχαία ελληνική γλώσσα των ολιγάριθμων λογίων που αποκτιώταν με «επιπρόσθετη» εκπαίδευση.
Αυτή η πρώτη ανάρτηση ήταν μια εισαγωγή για αυτά που προηγήθηκαν μέχρι την πρώτη αναντίλεκτη απάντηση του όρου «ρωμαϊκή» γλώσσα για την δημώδη μεσαιωνική. Θα συνεχίσω την ιστορία της ελληνο-ρωμαίικης διγλωσσίας στην επόμενη ανάρτηση.
smerdaleos.

1 σχόλιο:

mnk είπε...

Πολύ ενδιαφέρον.
Ευχαριστούμε.