Τρίτη 24 Μαρτίου 2026

Ἀθανάσιος Διάκος

 Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.


Μακαριστός π. Ἀνανίας Κουστένης*
Κάναμε τρισάγιο, γιὰ τοὺς ἐθνομάρτυρες καὶ ἥρωες ἐκείνους πατέρες καὶ ἀδελφούς, ποὺ ἔπεσαν κατὰ τὴ μάχη τῆς Ἀλαμάνας, 23 Ἀπριλίου 1821. Σὰν χθές. Ἀνάμεσά τους, ὁ ἔνδοξος καὶ μεγάλος καὶ ἥρωας, ἐπίσκοπος Σαλώνων Ἡσαΐας, ὁ ἀδελφός τοῦ παπα-Γιάννης καὶ ὁ πλέον γνωστὸς σὲ ὅλους μας Ἀθανάσιος Διάκος. Ὁ ὁποῖος ἐπολέμησε μὲ ἡρωικό φρόνημα, ἀκατάβλητη δύναμη και μεγάλη ἀνδρεία στὴ γέφυρα τοῦ Σπερχειού ποταμοῦ. Στὴ γέφυρα τῆς Ἀλαμάνας. Κι ἔμεινε μόνος του, μὲ ἐλάχιστους συμπολεμιστές. Ὅλοι οἱ ἄλλοι ἐτράπησαν εἰς φυγὴν ἢ ἀρνήθηκαν ἀπ’ τὴν ἀρχὴ νὰ πολεμήσουν. Κι ἐκεῖ, ὁ μέγας Ἀθανάσιος Διάκος δὲν θέλησε νὰ ἀφήσει τὸ μετερίζι του καὶ νὰ φύγει. Στάθηκε φραγμὸς καὶ ἐμπόδιο στις ὀρδὲς τοῦ Ὁμὲρ Βρυώνη καὶ τοῦ Κιοσέ Μεχμέτ. Καὶ ἤθελε νὰ τοὺς ἐμποδίσει, ἀπὸ τὸ νὰ φτάσουν στὴν Πελοπόννησο, καὶ νὰ καταπνίξουν τὴν Ἐπανάσταση. Τοῦ ἔφεραν ἄλογο, νὰ φύγει, τὸν βοηθοῦσαν νὰ ἀφήσει τὴ μάχη καὶ νὰ σωθεῖ, ἀλλὰ ἐκεῖνος δὲν τὸ ἔκανε. Πολέμησε ἐκεῖ στὶς ἀρχαῖες Θερμοπύλες κοντά, ὅπου ἀπέθανε καὶ ὁ ἔνδοξος βασιλιᾶς της Σπάρτης Λεωνίδας, μὲ τοὺς τριακοσίους του καὶ τοὺς ἑπτακοσίους Θεσπιεῖς.
Ὁ ἀγώνας ἦταν άνισος. Σκότωσαν τὸν ἀδελφό του Δημήτριο, κι ἔβαλε τὸ πτῶμα του, τὸ λείψανό του, θὰ λέγαμε καλύτερα, ὡς ἀνάχωμα, ὡς μετερίζι. Ὀχυρώθηκε πίσω ἀπὸ τὸ ἡρωικὸ λείψανο τοῦ ἀδελφοῦ του καὶ πολεμοῦσε. Τὸν κτύπησαν οἱ Τουρκαλβανοὶ στὸ χέρι τὸ δεξιὸ καὶ τὸ παρέλυσαν, τὸ τσάκισαν. Μὲ τὸ ἀριστερὸ ἔριχνε τὰ πιστόλια του καὶ φώναζε στοὺς συντρόφους του νὰ τὸν σκοτώσουν, γιὰ νὰ μὴν πέσει στὰ χέρια τῶν Τούρκων. Μὰ δὲν ὑπῆρχε κανένας. Τοὺς εἶχαν ὅλους φονεύσει, μετά μανίας, οἱ Τουρκαλβανοί. Κι ἔμεινε ὁ Διάκος μοναχός, μὲ δεκαοκτώ χιλιάδες ἐχθρῶν, Ἀρβανιτάδων καὶ ὑπολοίπων. Κι ἔπεσε στὰ χέρια τῶν φοβερῶν ἐχθρῶν του. Τὸν συνέλαβαν δύο Τουρκαλβανοὶ καὶ τὸν πῆγαν στὸν Ὀμέρ Βρυώνη κι ἐκεῖνος τοὺς ἔδωσε ἀμοιβή. Ἕνας ἀπ’ αὐτοὺς ποὺ τὸν συνέλαβαν, ἂν καὶ εἶχε τραυματισθεῖ ἀπ’ τὰ πιστόλια τοῦ Διάκου, παρεκάλεσε τὸν Ὀμὲρ Βρυώνη καὶ τοῦ λέει: «Πασά μου, νὰ τοῦ χαρίσεις τὴ ζωή. Τέτοια παλληκάρια δὲν πρέπει νὰ χάνονται».
Κι ὁ Ὀμέρ Βρυώνης ἤθελε νὰ τὸ κάμει. Εἶχε σκοπὸ νὰ τὸν θεραπεύσει ἀπ’ τὴν πληγὴ τοῦ χεριοῦ καὶ ὕστερα νὰ τὸν ἐλευθερώσει. Ἦσαν φίλοι ἀπ’ τὰ Γιάννενα. Εἶχαν ὑπηρετήσει στὸν Ἀλῆ Πασᾶ. Καὶ λένε ὅτι ὁ Ὀμὲρ Βρυώνης ἦταν Ἕλληνας! Καὶ ἔγινε γενίτσαρος καὶ ἐξωμότης. Ἀπὸ τὴν οἰκογένεια τὴ μεγάλη τῶν Παλαιολόγων. Εἶχε μέσα του αἷμα ἑλληνικό, καὶ τὸ αἷμα νερὸ δὲν γίνεται. —Ἔχει μεγάλη σημασία αὐτό. — Κι ἠθέλησε, λοιπόν, νὰ τοῦ χαρίσει τὴ ζωή. Ἀλλὰ ὁ Κιοσέ Μεχμέτ, αὐτὸς ὁ κακὸς πασᾶς κι ὁ ἀγριάνθρωπος, «Όχι», τοῦ λέει. «Δὲν θὰ τὸ κάνεις. Θὰ τὸν ψήσεις ζωντανόν. Γιατὶ ἐκεῖ στὴν Ἀλαμάνα σκότωσε», κι εἶναι ἀλήθεια, «τοὺς ἐνδοξότερους καὶ δυνατότερους Μωαμεθανούς».
Φαντασθεῖτε τί ἀγῶνα ἔκανε ὁ Ἀθανάσης Διάκος, κι ἦταν μόλις 35 ἐτῶν. Καὶ τότε βγῆκε ἐντολὴ καὶ διαταγή, νὰ τὸν σουβλίσουν. Καὶ μόλις τ’ ἄκουσε αὐτός, τοὺς εἶπε: «Δὲν μὲ φοβίζει τίποτα. Εἶμαι ἕτοιμος νὰ πεθάνω, γιὰ τὴν πατρίδα καὶ τὴ θρησκεία μου». Καὶ στὴ συνέχεια, τὸν προέτρεψαν νὰ γίνει μουσουλμάνος. Νὰ ἀρνηθεῖ τὴν πίστη του τὴν Ὀρθόδοξη καὶ ν’ ἀκολουθήσει τὸ Κοράνιο. Ν’ ἀκολουθήσει τὸ ψεῦδος καὶ τὸ σκοτάδι. Ν’ ἀκολουθήσει, ὅπως θά ἔλεγε ὁ πατρο-Κοσμᾶς, «τὴν κάλπικη θρησκεία τῶν Μωχαμετάνων». Κι ἐκεῖνος τί τοὺς εἶπε, ἀφοῦ τοῦ εἶπαν: «Γίνεσαι Τοῦρκος, διάκο μου, τὴν πίστη σου ν’ ἀλλάξεις»; Ἐκεῖνος τοὺς ἀπήντησε: «Ἐγὼ Γραικός γεννήθηκα, Γραικὸς καὶ θὰ πεθάνω. Πᾶτε καὶ σεῖς κι ἡ πίστη σας, μουρτάτες, νὰ χαθεῖτε! Ἕλληνας γεννήθηκα κι Ἕλληνας θὰ πεθάνω».
Ἕλληνας τὰ χρόνια ἐκεῖνα καὶ καθ’ ὅλη τὴν Τουρκοκρατία καὶ μέχρι σήμερα, σήμαινε τὸν Ὀρθόδοξο Ἕλληνα. Τὸν Ὀρθόδοξο Χριστιανὸ Ἕλληνα. Τὸν Ρωμαῖο ἐκεῖνο, τὸν παλληκαρᾶ, ποὺ ἦταν βαπτισμένος στὴν κολυμβήθρα τοῦ Χριστοῦ. Κι ἦταν τέκνο τῆς Ἐκκλησίας. Καὶ τέκνο τῆς πατρίδος. Κι εἶχε μέσα του λατρεία γιὰ τὸν Χριστό. Καὶ ἀγάπη, μέχρι θυσίας, γιὰ τὸν συνάνθρωπο καὶ στὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ. Αὐτὸς ἦταν ὁ μεγάλος Ἀθανάσιος Διάκος καὶ οἱ ὑπόλοιποι.
Ἀπὸ μικρός, πῆγε στὴν Ἀρτοτίνα καὶ ἐμόνασε. Ἔγινε καὶ διάκονος. Ἦταν ὄντως λεβεντόκορμος καὶ ἀγγελοπρόσωπος. Καὶ ἄνθρωπος ἐναρέτου βίου. Ἁγνότητος καὶ καθαρότητος καὶ κινήτρων ἱερῶν πλήρης. Ἔλαμπε. Ἦταν σὰν ἄγγελος καὶ σὰν ἅγιος καὶ σὰν ἥρωας καὶ σὰν σπουδαῖος ἀσκητής. Κι ἔμαθε, ἀκόμα, στὸ μοναστήρι, νὰ εἶναι ταπεινὸς καὶ μετριόφρων. Κι ἂν ἔκανε κατορθώματα μεγάλα ἢ μικρά, τὰ ἀπέδιδε στὸν Χριστό του. Κι ἀκόμη ἔμαθε νὰ ἔχει πίστη βουνό. Νά ‘χει ἐμπιστοσύνη μεγάλη στὸν Παντοκράτορα Κύριο. Καὶ ἀγάπη καὶ σέβας στὴν Παναγιὰ καὶ στοὺς Ἁγίους.
Κι ἐκεῖ στὰ γύρω, ἦταν ἕνας πασᾶς, σκληρὸς καὶ λάγνος, ὅπως λέει ἡ βιογραφία. Καὶ σκέφτηκε ἀρνητικὰ γιὰ τὸν Ἀθανάσιο Διάκο. Προσπαθοῦσε νὰ βρεῖ εὐκαιρία, νὰ κάνει τὸ ἀνόσιον θέλημά του. Τὸ ἔμαθε ὁ Διάκος καὶ βγῆκε στὰ βουνά. Ἔκαμε ἀντίσταση κατὰ τῆς ἀνηθικότητος καὶ τῆς διαφθορᾶς. Ἐπειδὴ ἐκεῖνοι εἶχαν στὰ χέρια τους τὴν ἐξουσία, νόμιζαν πὼς μποροῦσαν νὰ κάνουν στοὺς ἀνθρώπους, καὶ μάλιστα στοὺς σκλάβους ἀνθρώπους, ὅ,τι θέλουν. Ἄμ, ὁ Διάκος δὲν τὰ σήκωνε αὐτά. Πῆρε τὸ ντουφέκι του κι ἀνέβηκε στὸ βουνό. Καὶ στέλνει τὰ γένια καὶ τὰ ρᾶσα στὸν πασᾶ. Καὶ λέει: «Πάρ’ τα, νὰ σ ̓ εὐλογοῦνε. Ἐγὼ δὲν πρόκειται ποτέ μπροστά σου νὰ προσκυνήσω καὶ πολὺ περισσότερο νὰ κάμω τὶς ἀθέμιτες βουλὲς καὶ ὀρέξεις σου».
Τί λεβέντης! Τί ἥρωας! Τί μεγάλος! Τί ὑπέροχος! Τί βγάζει ἡ Ρωμιοσύνη! Τί βγάζει ἡ λεβεντογέννα ἑλληνική, Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία! Καὶ κατὰ τὴ μαρτυρία τῶν βιογράφων του, ἀλλὰ καὶ τοῦ Σπύρου Μελᾶ στὰ «Ματωμένα Ρᾶσα», ὁ Ἀθανάσης Διάκος, — ἔτσι τὸ ἔγραφε, ὄχι Θανάσης, Ἀθανάσης. Ἔχει σχέση μὲ τὴν ἀθανασία. Θανάσης σημαίνει αὐτὸς ποὺ πεθαίνει. Ἀθανάσης!— ἤτανε ἡ ἁγνότερη καὶ ὑπεροχότερη μορφὴ τῆς μεγάλης Ἑλληνικῆς ἐθνικοαπελευθερωτικῆς Ἐπαναστάσεως τοῦ 1821. Μεγάλη μορφή! Μεγάλη ψυχή!
Καὶ πῆγε, μετά, στὸν Ἀλῆ Πασᾶ, μαζὶ μὲ τὸν Ὀδυσσέα Ἀνδροῦτσο, πού ‘ταν φίλοι. Φίλοι ἀληθινοί. Κι ὅποιος βρεῖ φίλο ἀληθινό, «ὁ ἀληθινὸς φίλος εἶναι φάρμακον ζωῆς», κατὰ τὴ Σοφία Σειράχ.
Πῆγαν ἐκεῖ. Τὸν εἶδε ἄξιον καὶ πανάξιον τὸ θηρίον τῆς Ἠπείρου, ὁ Ἀλῆ Πασᾶς, ὁ Τεπενενλῆς, τὸν ζήλεψε, ἀλλὰ καὶ τὸν φοβήθηκε. Σοῦ λέει: «Αὐτὸς ἔχει ἀνδρεία. Δὲν προσκυνάει κανέναν. Εἶναι δυνατός. Εἶναι ἔξυπνος». Σοῦ λέει: «Μὴ μὲ φονεύσει. Μὴ μοῦ πάρει τὴν ἐξουσία». Καὶ βάζει τὸν Ὀδυσσέα Ἀνδροῦτσο καὶ τοῦ λέγει: «Θὰ πάρεις αὐτὰ καὶ αὐτά, καὶ θὰ σοῦ δώσω κι ἀξιώματα, θέλω αὐτὸν νὰ μοῦ τὸν βγάλεις ἀπ’ τὴ μέση». Μὰ ὁ Ὀδυσσέας Ἀνδροῦτσος δὲν ἔκανε τέτοια. Τοῦ ἔκαναν, ἀλλὰ δὲν ἔκανε. Ήτανε μεγάλο παλληκάρι κι ἐκεῖνο. Ἦταν ὁ γυιὸς τοῦ καπετὰν Ανδρίτσου. Τοῦ Ἀνδρέα Βερούση, ἀπ’ τὶς Λιβανάτες. Ἐκείνου πό ‘κανε ὅλο τὸ μεγαλεῖο, πρὶν ἀπὸ τὴν Ἐπανάσταση, καὶ πέθανε μαρτυρικὰ στὴ βασιλεύουσα, προδομένος ἀπὸ τοὺς Ἐνετούς στοὺς βάρβαρους Τούρκους. Δὲν τὸν ἐφόνευσε τὸν Ἀθανάσιο Διάκο, ἀλλὰ καὶ τὸν ἐπροστάτευσε, χωρίς ποτὲ νὰ τοῦ εἰπεῖ αὐτὴ τὴν ἐκδούλευση, ποὺ τοῦ ἔκανε. Δὲν τοῦ ἀνέφερε ποτὲ τοῦ Ἀθανασίου Διάκου ὁ μεγάλος Ὀδυσσέας, ὅτι ὁ πασᾶς, «Ὁ Ἀλῆ Πασᾶς, μοῦ εἶπε νὰ σὲ φονεύσω, κι ἐγὼ δὲν σὲ φόνευσα». Δὲν λέγονται αὐτά. Γίνονται καὶ δὲν λέγονται. Τὸν προστάτευσε καὶ τὸν ἐφύλαξε.
Κι ἔφυγαν μετά, ἦλθαν στὴ Λειβαδιά, ἀνέλαβε ὁ Ἀνδροῦτσος ἐκεῖ τὸ ἀρματωλίκι τῆς Λειβαδιᾶς, κι εἶχε πρωτοπαλλήκαρο τὸν Ἀθανάση Διάκο. Χρειάστηκε, ὅμως, ὁ Ὀδυσσέας νὰ πάει πάλι στὸν τύραννο, νὰ ὑπηρετήσει. Γιατί πήγαιναν ἐκεῖ; Γιὰ νὰ μάθουν τὴν τέχνη του πολέμου, νὰ μαθαίνουν μυστικά, νὰ ἔχουν γνωριμίες, νὰ ἐπηρεάζουν ὑπὲρ τῆς πατρίδος καὶ τῆς πίστεως, ἀκόμη καὶ τοὺς ἐχθρούς, νὰ μαθαίνουν νὰ πολεμοῦν καὶ τό να καὶ τ ̓ ἄλλο. Ὁ Ἀνδρούτσος ἔμεινε. Ὁ Διάκος ξαναγύρισε στὴ Λειβαδιά. Καὶ διὰ βοῆς ὅλα τὰ παλληκάρια καὶ ὁ λαὸς τὸν ἐξέλεξαν ἀρχηγό. Κι ἦταν νεαρότατος. Ἐνέπνεε, ὅμως, ἐμπιστοσύνη.
Ἦταν ἐνάρετος. Ἦταν γενναῖος. Ἦταν δυνατός. Κι ἦταν, προπαντός, ἀνιδιοτελής! Δὲν μάζεψε γιὰ τὸν ἑαυτό του τίποτα. Δὲν ἔβαλε ποτὲ τὸν ἑαυτό του μπροστά. Ἔβανε, ὅμως, τὸν Θεὸ μπροστά. Καὶ πάνω στὴ σφραγῖδα του εἶχε τὸν Σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ. Ἐδέσποζε πάνω στὴ σφραγίδα του ὁ Σταυρός. Κυριαρχοῦσε. Στὸ κάτω μέρος ἦταν ὁ δικέφαλος ἀετός, τὸ σύμβολον τῆς Ρωμιοσύνης, τῆς πονεμένης Ρωμιοσύνης, ποὺ ἔνωνε πατρίδα καὶ Χριστὸ ὁ δικέφαλος ἀετός. Καὶ ἀνάγκασε τοὺς Ἕλληνες, πῆρε στὰ φτερά του τοὺς Ἕλληνες τοὺς σκλάβους καὶ τοὺς ἀνέβασε στὰ βουνά, γιατὶ ὁ ἀετὸς εἶναι καὶ σύμβολον τοῦ ὕψους. Κι ἀπὸ κεῖ πολέμησαν μὲ τὴν κλεφτουριά, πολέμησαν μὲ ὅλους, καὶ ἐνίκησαν τοὺς ἐχθροὺς τῆς πίστεως. Κι ἔγραφε πάνω στὴ σφραγῖδα: «Ὁ Θεὸς νικᾶ».
Καὶ ἐσήκωσαν ἐκεῖ, ὅταν ἦλθε ἡ Ἐπανάσταση, τὴ σημαία τῆς Ἐπαναστάσεως, ὡς ἀρματωλὸς τῆς Λειβαδιᾶς. Καὶ ἡ σημαία τί ἦταν; Ἕνα λευκό πανί. Στὸ ἕνα μέρος εἶχε τὴν εἰκόνα ποιανοῦ; Τοῦ ἁγίου Γεωργίου, τοῦ Τροπαιοφόρου! Κι ἀπὸ τὴν ἄλλη τὶς λέξεις: «Ἐλευθερία ἢ Θάνατος». Μόλις εἶδαν οἱ Τοῦρκοι τοὺς Ἕλληνες νὰ σηκώνουν σημαία ἐπαναστατικὴ καὶ νὰ ν ̓ ἕτοιμοι νὰ ὁρμήσουν, κλείστηκαν στὸ κάστρο. Μὰ σὲ λίγες μέρες, ὁ Ἀθανάσης Διάκος τοὺς ἐξεπόρθησε. Τοὺς ἔβγαλε ἀπὸ ἐκεῖ. Καὶ ἐλευθέρωσε τὴ Λειβαδιὰ καὶ προχωροῦσαν. Κι ἔκαμαν ὑπέροχες πράξεις θυσίας καὶ γενναιότητος γιὰ τὴν πίστη καὶ τὸ Γένος.
Ὅταν ἔμαθε ὁ Χουρσὴτ πασᾶς, ποὺ πολιορκοῦσε τὸν ἐπαναστάτη Ἀλῆ Πασᾶ, στὰ Γιάννενα, ὁ γενικὸς στρατηγὸς τῶν τουρκικῶν δυνάμεων ἦταν ὁ Χουρσήτ, ὅταν ἔμαθε τὴν Ἐπανάσταση στὴν Πελοπόννησο, τὰ ἔχασε. Καὶ τί κάνει; Στέλνει δύο στρατιὲς πρὸς τὰ κάτω. Μία μὲ τὸν Ὀμέρ Βρυώνη καὶ μία μὲ τὸν Κιοσὲ Μεχμέτ. Μὲ δύναμη, περίπου, ἀπὸ ἐννέα ἕως δεκαέξι χιλιάδες στρατοῦ! Ἱππικοῦ καὶ πεζοῦ καὶ βοηθητικῶν. Καὶ τότε…
Νὰ πῶ καὶ κάτι ἄλλο ποὺ μοῦ ‘ρθε. Τὸν Ἀλῆ Πασᾶ ξέρετε ποιός τὸν ἔπεισε τελικὰ νὰ ἐπαναστατήσει κατὰ τῆς Υψηλῆς Πύλης; Ποιός τὸν ἔπεισε, τὸ Πάσχα τοῦ 1819; Ὁ Ἰωάννης Καποδίστριας! Εἶχε κατεβεῖ στοὺς Κορφούς, στὴν Κέρκυρα, τὴν πατρίδα του, νὰ ἰδεῖ τοὺς δικούς του, μ’ αὐτὸ τὸ πρόσχημα, πέρασε στὰ Γιάννενα, μίλησε μὲ τὸν Ἀλῆ Πασᾶ καὶ τὸν ἔπεισε νὰ ἐπαναστατήσει ἐναντίον τῆς Υψηλῆς Πύλης. Αὐτὸ γιὰ τοὺς σκλαβωμένους Ἕλληνες ἦταν μεγάλη ἐπιτυχία. Καὶ μεγάλη βοήθεια. Διότι θὰ ἦταν ἀπασχολημένοι οἱ Τοῦρκοι στρατιῶτες καὶ ὁ σουλτάνος καὶ οἱ ὑπόλοιποι μὲ τὸν Ἀλῆ, θὰ κάναν ἕνα εἶδος ἐμφυλίου πολέμου, καὶ θὰ μποροῦσαν οἱ Ἕλληνες νὰ ἐπαναστατήσουν εὐχερέστερον καὶ νὰ ἐπιτύχουν. Αἰωνία ἡ μνήμη καὶ τοῦ Ἰωάννου Καποδιστρίου.
Ὅταν ἔμαθαν, λοιπόν, οἱ καπεταναῖοι τῆς Ρούμελης κι ἀνάμεσά τους ὁ Ὀδυσσέας Ἀνδροῦτσος, ὁ Ἀθανάσης Διάκος, ὁ Δυοβουνιώτης, ὁ Πανουργιᾶς, ὁ Τράκας καὶ οἱ ὑπόλοιποι, σκέφτηκαν νὰ ἐμποδίσουν τὶς τουρκικὲς ὀρδές, προκειμένου νὰ φτάσουν στὴν Πελοπόννησο καὶ νὰ ἐξαφανίσουν καὶ νὰ σβήσουν τὴν Ἐπανάσταση. Γι’ αὐτὸ καὶ μπῆκαν μπροστά. Κι ἔφραξαν τοὺς δρόμους. Κι ὁ Ἀθανάσης Διάκος, με 400 παλληκάρια, ἔπιασε τὸ γεφύρι τῆς Ἀλαμάνας τοῦ Σπερχειοῦ ποταμοῦ, ἐκεῖ στὴ Χαλκομάτα, στὶς ἀρχαῖες Θερμοπύλες! Ποὺ ἀπὸ κεῖ μποροῦσαν νὰ περάσουν οἱ Τοῦρκοι καὶ νὰ πᾶνε καὶ στὴ Βοιωτία καὶ στὴ Φωκίδα καὶ στὴ Δωρίδα. Οἱ ἄλλοι, ὅπως εἶπα καὶ στὴν ἀρχή, διασκορπίστηκαν. Κι ἔμεινε ὁ Διάκος μοναχός.
Τὸν ἔσυραν, λοιπόν. Τὸν πῆγαν στὴ Λαμία. Ἡ μάχη ἔγινε σὰν ἐχθές. 23 Ἀπριλίου 1821. Καὶ σὰν σήμερα, 24 Ἀπριλίου, 14 μέρες ἀφοῦ εἶχε ἀπαγχονισθεῖ ὁ μέγας πατριάρχης Γρηγόριος, στὴ Κωσταντινούπολη, ἕνας ἄλλος κληρικός, ἔνδοξος καὶ ἄσπιλος καὶ σπουδαῖος, ὁ Ἀθανάσης Διάκος, ἐσουβλίζετο στὸ Ζητούνι, στὴ Λαμία, ὑπὲρ πίστεως καὶ πατρίδος, ὑπὸ τῶν ἀθέων καὶ βαρβάρων Ἀγαρηνῶν. Ἐκεῖνοι τὸν ἐσούβλιζαν κι αὐτὸς χαμογελοῦσε. Κι ὅπως λέει ὁ βιογράφος του Χριστοφόρος Περραιβός, τοὺς ὕβριζε, μετὰ γενναιότητος. Κι ἔκαμε τὴ μεγαλύτερη ὑπομονή. Γιατὶ οἱ πόνοι ἀπ’ τὸ σούβλισμα ἦταν ἀφόρητοι. Μὰ ἡ ψυχὴ δὲν ἔβγαινε. Κι ὕστερα σήκωσαν ὄρθια τὴ σούβλα, μὲ περασμένον σ’ αὐτὴν τὸν Ἀθανάση Διάκο, κι ἄρχισαν νὰ τὸν πυροβολοῦν, γιατὶ φοβόντουσαν πὼς ἂν τὸν ἄφηναν στὴ σούβλα, μποροῦσε νὰ ἀναστηθεῖ. Μποροῦσε νὰ σηκωθεῖ. Καὶ μποροῦσε νὰ φύγει. Κι ἐκεῖ τοῦ ἔκαμαν μὲ τὶς σφαῖρες διάτρητο τὸ σῶμα. Καὶ τὸ μαρτύριο ἀνυπόφορο καὶ φοβερό. Καὶ φοβερότατο!
Κι ὄχι μόνο αὐτό. Ἔφεραν καὶ τὰ κεφάλια τῶν συναγωνιστῶν του, ποὺ ἔπεσαν στὴν Ἀλαμάνα, καὶ τὰ ἔγδαραν μπροστά του. Γιὰ νὰ τοῦ μεγαλώσουν τὸν πόνο καὶ τὴ θλίψη. Καὶ νὰ τὸν σκάσουν καὶ τὸν θανατώσουν, στὴν κυριολεξία. Ἔγδαραν κάμποσες κεφαλές. Καὶ τοῦ ἐπισκόπου Ἡσαΐα, τοῦ Σαλώνων, καὶ τοῦ ἀδελφοῦ τοῦ ἐπισκόπου Ἡσαΐα παπα-Γιάννη, καὶ τοῦ ἀδελφοῦ τοῦ Ἀθανασίου Διάκου Δημητρίου. Κι ὅλων τῶν ὑπολοίπων. Κι ὁ Διάκος, μέσα στὸν ἀφόρητο καὶ ἄφατο πόνο του, τὰ ἔβλεπε ὅλα αὐτά. Καὶ πῶς αἰσθανόταν, ἐκεῖνος ξέρει κι ὁ Χριστός μας, ποὺ τὸν ἔβλεπε. Καὶ ἡ Παναγιὰ κι οἱ Ἅγιοι, ποὺ τὸν ἐπαράστεκαν. Καὶ στὸ τέλος, ἀναφέρει ὁ μεγάλος Βαλαωρίτης κι οἱ ὑπόλοιποι ἱστορικοί, πρὶν παραδώσει τὴν ψυχούλα του στὸν Πλάστη, εἶπε μὲ ἕνα ἀνθρώπινο παράπονο, σὰν ἐκεῖνο, καὶ τηρουμένων τῶν ἀναλογιῶν, ποὺ εἶπε ὁ Χριστὸς στὸν Πατέρα Του «Θεέ μου, Θεέ μου, ἵνα τί μὲ ἐγκατέλιπες;». Ἐκεῖνος εἶπε, ὁ μεγάλος Διάκος: «Γιὰ ἰδὲς καιρὸ ποὺ διάλεξε ὁ Χάρος νὰ μὲ πάρει, τώρα π ̓ ἀνθίζουν τὰ κλαριὰ καὶ βγάζει ἡ γῆς χορτάρι».
Καὶ σὰν σήμερα, 24 Ἀπριλίου 1821, ὁ μεγάλος Ἀθανάσιος Διάκος ἄφηνε μαρτυρικὰ τὴν τελευταία ἀνάσα καὶ πνοή του ἐκεῖ στὸ Ζητούνι. Ὁ μεγάλος ἥρωας τῆς πίστεως καὶ τῆς πατρίδος. Καὶ πῆγε κοντὰ στὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Ε’, στὸν Σαλώνων Ἡσαΐα, στὸν παπα-Γιάννη, τὸν ἀδελφὸ τοῦ Σαλώνων Ἡσαΐα, καὶ πῆγε κοντὰ σὲ τόσους ἄλλους νεομάρτυρες, ἐθνομάρτυρες καὶ ἥρωες, ποὺ ἦλθαν καὶ παρέλαβαν τὴν ψυχὴ μέσα ἀπ’ τὸ σουβλισμένο καὶ καταματωμένο καὶ καταπληγωμένο σῶμα, καὶ τὴν ἀνέβασαν ἐν χαρᾷ ἀρρήτῳ καὶ ἀγαλλομένῳ ποδί, στὴ Βασιλεία τοῦ Χριστοῦ, ὅπου τὸ Ἐσφαγμένον ἀρνίον, ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός, ὅπου οἱ ἅγιοι καὶ οἱ μάρτυρες, «ἵνα ἀναπαυθῇ», ὅπως λέει ἡ Ἱερὰ Ἀποκάλυψις, «ἐκ τῶν κόπων αὐτοῦ. Τὰ δὲ ἔργα αὐτοῦ ἀκολουθεῖ μετ ̓ αὐτῶν».
Ἡ θυσία τοῦ Διάκου, ἡ ἡρωικὴ καὶ ἡ μεγάλη, ἐνέπνευσε τοὺς μετὰ ταῦτα ἀγωνιστάς. Καὶ καθὼς πολεμοῦσαν, θυμόντουσαν, ἀφενός, τὸ σχοινὶ τοῦ Πατριάρχη καί, ἀφετέρου, τὴ σούβλα τοῦ Ἀθανασίου Διάκου. Καὶ ἔπαιρναν μὲ τὶς εὐχές των καὶ τὶς εὐχὲς ὅλων τῶν Νεομαρτύρων καὶ ἡρώων δύναμη ἀκατάβλητη. Γινόντουσαν ἥρωες καὶ ἡμίθεοι οἱ μεγάλοι πολεμάρχοι τοῦ Εἰκοσιένα, οἱ κληρικοί, οἱ μοναχοὶ καὶ οἱ λαϊκοί. Καὶ σήμερα δὲν πρέπει νὰ τοὺς ξεχνάμε. Διότι, ἂν τοὺς ξεχάσομε, καὶ προπαντὸς ἂν δὲν ἐμπνεόμεθα ἀπὸ τὸ μαρτύριο, τὶς ἡρωικὲς πράξεις καὶ τὰ ἐπικά τους κατορθώματα, θὰ σβήσομε ὡς Ἑλλάς. Γιατὶ ἐκεῖνοι ἔζησαν καὶ μεγαλούργησαν μέσα στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας. Ἀγκάλιασαν τὸν Ἐσταυρωμένο Χριστό καὶ τὴ θλιμμένη Παναγιὰ καὶ τοὺς ἁγίους καὶ τοὺς μάρτυρες, καὶ ἔγιναν κι ἐκεῖνοι καὶ ἅγιοι καὶ ἥρωες καὶ εὐεργέτες καὶ σημαντικοί, καὶ ἐλευθέρωσαν τὴν πατρίδα μας. Σήμερα, ποὺ ἔχουμε δεύτερη Τουρκοκρατία, κι εἶναι πιὸ ὕπουλη… Γεμίσαμε βαρβάρους, ἀδελφοί μου, δὲν τὸ βλέπετε; Οἱ πολιτικοὶ καμώνονται. Οἱ ὑπόλοιποι, ποὺ τοὺς βοηθᾶνε, μᾶς βρίζουν. Ἀκόμα δὲ καὶ κληρικοὶ μᾶς χλευάζουν, διότι τὰ βάζουμε μὲ τοὺς μετανάστες. Δὲν τὰ βάζουμε, ἀκριβῶς, μὲ τοὺς μετανάστες. Ἀλλὰ μὲ τὴν τακτικὴ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι φέρνουν ἐδῶ ὅλους τοὺς ταλαίπωρους τῆς γῆς: βαρβάρους, ἀσθενεῖς, δυσκολεμένους… Γεμίσαμε γρίπη ἐδῶ, δὲν βλέπετε τί γίνεται; Καὶ τόσα ἄλλα. Γιατί; Γιατί; Κι ἐνῷ οἱ δικοί μας οἱ πρόμαχοι καὶ ὑπέρμαχοι ἔχυσαν τὸ αἷμα τους, ἔδωσαν τὴ ζωή τους, νὰ μείνει ἐλεύθερος αὐτὸς ὁ τόπος…! Ἂς πᾶνε ἀλλοῦ. Ἂς μείνουν στὴν πατρίδα τους.
Ἐμᾶς τοὺς Ἕλληνες, ὅταν μᾶς ἔδιωχναν ἀπὸ τὴ Μικρασία κι ἀπὸ τὶς ἄλλες ἐστίες, μᾶς ἐπετσόκοβαν. Μᾶς πέταγαν στὴ θάλασσα, μᾶς ἔσφαζαν, κι ὅσοι πρόλαβαν, μόνο, ἦλθαν ἐδῶ, ταλαίπωροι! Ἐμεῖς δὲν κάνομε ἔτσι. Ἀλλὰ πρέπει νὰ φροντίσομε τὴν πατρίδα μας. Νὰ φροντίσομε τὴν Ἐκκλησία μας. Νὰ ἰσιάξομε καὶ νὰ στολίσομε τὸν τόπο αὐτό, ποὺ τὸν ἐλευθέρωσαν οἱ μεγάλοι ἐκεῖνοι πολεμάρχοι. Τοὺς τὸ ὀφείλομε. Τοὺς τὸ χρεωστοῦμε. Κι ἂν χρειαστεῖ, νὰ θυσιαστοῦμε κι ἐμεῖς. Καὶ μακάρι νὰ χύσουμε τὸ αἷμα μας ὑπὲρ πίστεως καὶ πατρίδος, τιμώντας ὅλους ἐκείνους, ποὺ ἀπέθαναν γιὰ τὴν πίστη καὶ τὸ Γένος, καὶ παραδίνοντας τὴ σκυτάλη στὰ παιδιά μας καὶ στοὺς ἀγέννητους, ποὺ ἔρχονται. Ὅτι ἐμεῖς κάναμε ὅ,τι μπορούσαμε καὶ δὲν μπορούσαμε, προκειμένου νὰ κρατήσομε τὴν πατρίδα μας καὶ τὴν Ἐκκλησιά μας ἐλεύθερη. Προκειμένου νὰ κρατήσομε τὰ ὅσια καὶ τὰ ἱερά. Προκειμένου νὰ κρατήσομε τὴν ἱερὴ γλῶσσα τῆς πατρίδος μας, τὴ γλῶσσα τοῦ Εὐαγγελίου, τὴ γλῶσσα τῆς Ἐκκλησίας, τὴ γλῶσσα τῶν ἀγγέλων, τὴ γλῶσσα τῶν θεῶν, τὸ μεγάλο αὐτὸ ἐκφραστικὸ ὄργανο, ποὺ μερικοὶ ξένοι τὴ θαυμάζουν, τὴ μαθαίνουν καὶ τὴν κρατοῦν. Καὶ μοῦ λεγε κάποιος τὸ μεσημέρι: «Ἐγώ, πάτερ», ἦταν ξένος, «ἔχω γεννηθεῖ γιὰ Ἕλληνας. Ἔχω γεννηθεῖ γιὰ τὴν Ἑλλάδα! Ἔμαθα τὴ γλῶσσα ἀμέσως. Κι ἐνῷ πρῶτα εἶχα ταραχὴ καὶ δειλία καὶ δυσκολία μὲ τὴ δική μου, ὅταν ἔμαθα τὴ γλῶσσα τὴν ἑλληνικὴ καὶ τὴ μιλάω, θεραπεύτηκα, ισορρόπησα». Τὸ ξέρετε αὐτό; Καὶ σήμερα βάζουν οἱ πάντες, προκειμένου νὰ ἐξαφανίσουν τὴ γλῶσσα μας. Νὰ ἐξαφανίσουν τὴ θρησκεία μας. Νὰ ἐξαφανίσουν τὴν πατρίδα μας.
Θὰ κάνομε κι ἐμεῖς ἀντίσταση! Παλληκάρι ἦταν κι ὁ Διάκος. Νέος, ὄμορφος, καλός, γενναῖος, δυνατός, παλληκαρᾶς. Κι ὅμως, τὰ ἔδωσε ὅλα. Γιατὶ ὁ ἄνθρωπος, χωρίς μεγάλες ἀξίες καὶ ὑψηλὰ ἰδανικά, δὲν μπορεῖ νὰ ζήσει. Δὲν μπορεῖ νὰ αἰσθανθεῖ τὸ μεγαλεῖο καὶ τὴν προσφορὰ τῆς ζωῆς. Καὶ πάντα, ἕνα πρᾶγμα νὰ ξέρομε: Ὅτι ἡ ἄδολη θυσία συγκινεῖ. Ὅπως μᾶς συγκινεῖ ἀπολύτως ἡ θυσία τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, ποὺ σὲ λίγες ἡμέρες θὰ κληθοῦμε, νὰ τὴν ἑορτάσομε, νὰ τὴν τιμήσομε καὶ νὰ κάνομε, ὅ,τι πρέπει, ἔτσι, καὶ οἱ θυσίες τῶν ἁγίων καὶ τῶν ἡρώων μᾶς συγκινοῦν, μέχρι δακρύων. Καὶ μᾶς ἐμπνέουν μέχρι ἀποφάσεων ἱερῶν, μεγάλων καὶ ἀποτελεσματικῶν.
Θά ‘θελα νὰ κλείσω αὐτὴ τὴ σημερινὴ κουβέντα μας γιὰ τὸν μεγάλο Ἀθανάση Διάκο, γιατὶ ἔχομε καὶ κάτι ἄλλο νὰ ποῦμε, ἀκόμη, διαβάζοντας στὴν ἀφεντιά σας ἕνα κομμάτι ἀπὸ τὸ ὑπέροχο ἐπικολυρικὸν ποίημα τοῦ μεγάλου Βαλαωρίτη ποὺ ἔχει τίτλο «Ἀθανάσης Διάκος». Εἶναι τὸ ἄσμα τὸ πρῶτον, ὑπότιτλος «Ἡ παραμονή», ἡ παραμονὴ τῆς μάχης τῆς Ἀλαμάνας, κι ὁ Διάκος, ἀφοῦ ἔστειλε τὸν Μῆτρο, νὰ δεῖ στὸ βουνὸ τί γίνεται, τί κάνει, στὴ συνέχεια; Σας διαβάζω μόνο κομμάτια.
«Κ’ ὕστερα πέφτει κατὰ γῆς, γονατιστὸς στὴν πέτρα:» —νὰ προσευχηθεῖ.
«Ἀδέλφια, παλληκάρια μου! Ἐλᾶτε ὁλόγυρά μου,
καὶ γονατίσετε μ’ ἐμέ. Ὁ κόσμος στὴ χαρά του
εἶν ̓ ἀνθοστόλιστη ἐκκλησιά, κι ἐδῶ μᾶς παραστέκει
Ἐκεῖνος ποὺ τὴν ἔκτισε γιὰ νὰ τὸν προσκυνοῦμε»;
Ἤτανε νύκτα. Τὰ βουνά, οἱ λαγκαδιές, τὰ δέντρα,
οἱ βρύσες, τ’ ἀγριολούλουδα, ὁ οὐρανός, τ’ ἀγέρι,
στέκουν βουβά, ν’ ἀκούσουνε τὴν προσευχὴ τοῦ Διάκου.
«Ὅταν ἡ μαύρ ̓ ἡ μάνα μου, ἐμπρὸς σὲ μιὰν εἰκόνα,
Πλάστη μου, μ’ ἐγονάτιζε μὲ σταυρωτὰ τὰ χέρια,
καὶ μὤλεγε νὰ δεηθῶ γιὰ κειοὺς ποὺ τὸν χειμῶνα
σὰ λύκοι ἐτρέχαν στὰ βουνά, μὲ χιόνια, μ’ ἀγριοκαίρια,
γιὰ νὰ μὴ ζοῦνε στὸ ζυγό, ἔνοιωθα τὴ φωνή μου
νὰ ξεψυχάει στὰ χείλη μου. Ἐσπάραζε ἡ καρδιά μου,
μοῦ ἐτρέμανε τὰ γόνατα, σὰν νἄθελε ἡ ψυχή μου
νὰ φύγει μὲ τὴ δέηση ἀπὸ τὰ σωθικά μου.
Ὕστερα μὤλεγε κρυφά, νὰ σοῦ ζητῶ τὴ χάρη
νὰ μ’ ἀξιώσεις μιὰ φορὰ ἕνα σπαθὶ νὰ ζώσω.
καὶ νὰ μὴν ἔλθει ὁ θάνατος νὰ μ’ εὕρει, νὰ μὲ πάρει,
πρὶν πολεμήσω ἐλεύθερος γιὰ σὲ πρὶν τὸ ματώσω,
Πατέρα, παντοδύναμε, ἄκουσες τὴν εὐχή μου.
Μοῦ φύτεψες μὲς στὴν καρδιὰ ἀγάπη, πίστη, ἐλπίδα,
ἔδωκες μιὰν ἀχτίδα Σου, ἀθέρα στὸ σπαθί μου
καὶ μούπες: Τώρα πέθανε, γιὰ Μέ, γιὰ τὴν πατρίδα!
Ἕτοιμος εἶμαι, Πλάστη μου! Λίγες στιγμές, ἀκόμα,
καὶ σβηῶνται τ’ ἄστρα Σου γιὰ μέ. Γιὰ μὲ θὰ σκοτειδιάσει
τὄμορφο γλυκοχάραμα. Θὰ μοῦ κλειστεῖ τὸ στόμα,
ποὺ ἐκελαδοῦσε στὰ βουνά, στὴ ρεματιά, στη βρύση.
Θὰ μαραθοῦν τὰ πεῦκα μου. Ἀραχνιασμέν’ ἡ λύρα,
ποὺ μοῦταν ἀδελφοποιτὴ κι’ ὅπου μ ̓ ἐμὲ στὴ φτέρη
ἀγκαλιασμένη ἐπλάγιαζε, τώρα θὰ μείνει στεῖρα
καὶ στ’ ἄψυχο κουφάρι της θὰ νὰ βογγάει τ’ ἀγέρι.
Ὅλα τ’ ἀφήνω μὲ χαρά, χωρὶς ν’ ἀναστενάξω.
Καὶ τό ‘χω περηφάνεια μου, ποὺ ἐδιάλεξες ἐμένα
αὐτὴν τὴν ἔρμη τὴν ποριὰ μὲ τὸ κορμὶ νὰ φράξω.
Εὐχαριστῶ Σε, Πλάστη μου! Δὲν θὰ χαθοῦν σπαρμένα
καὶ δὲ θὰ μείνουν ἄκαρπα τ’ ἄχαρα κόκκαλά μου.
Εὐλόγησέ τηνε τὴ γῆ, ὅπου θὰ μ’ ἀγκαλιάσει
καὶ στοίχειωσε κάθε κλωνὶ ἀπὸ τὰ χώματά μου,
νὰ γίνει ἀδιάβατο βουνὸ τὸ μνῆμα τοῦ Θανάση.
Θεέ μου! Ξημέρωσε τηνε τὴν αὐριανὴ τὴ μέρα!
Θὰ μᾶς θυμᾶτ ̓ ἡ Ἀρβανιτιὰ καὶ θὰ τὴν τρώγ ̓ ἡ ζήλεια.
Θὰ χλιμηντρᾶνε τ’ ἄλογα, θὰ καῖνε τὸν ἀγέρα
μὲ τ’ ἄγρια τὰ χνῶτα τους, γκέκικα καρυοφύλλια,
θὰ γένουν πάλι τὰ Θερμιὰ λαίμαργη καταβόθρα…
Χιλιάδες ἦρθαν θερισταὶ καὶ Χάρος ὀργοτόμος
μουγκρίζουν, φοβερίζουνε, πὼς δὲν θὰ μείνει λώθρα
σ’ αὐτὴ τὴ δύστυχη τὴ γῆ, φωτιά, δρεπάνι, τρόμος…
Κ’ ἐμεῖς θὰ πᾶμε μὲ χαρά, σ’ αὐτὸν τὸν καταρράχτη.
Ἐπάνωθέ μας θάσαι Σύ, καὶ τὰ πατήματά μας
θὰ νἄχουνε γιὰ στήριγμα τὴ φοβερὴ τὴ στάχτη,
πὤμεινε σπίθ ̓ ἀκοίμητη, βαθειὰ στὰ σωθικά μας.
Δυνάμωσέ μας, Πλάστη μου! Γιὰ ν’ ἀκουστεῖ στὴ Δύση,
πὼς δὲν ἀπονεκρώθηκε καὶ πὼς θ ̓ ἀνθοβολήσει
τώρα μὲ τὰ Μαγιάπριλα ἡ δουλωμένη χώρα.
Εὐλογημέν’ ἡ ὥρα».
Κι ἔχει κι ἄλλα πολλά. Ἂς εἶναι αἰωνία ἡ μνήμη τοῦ Ἀθανασίου Διάκου καὶ τῶν ὑπολοίπων, κι ἐμεῖς νά ἔχομε τὶς εὐχές των, τὴν ἔμπνευσή των, καὶ μακάρι ὁ Θεούλης, ποὺ μᾶς ἀγαπᾶ, καὶ ἡ Παναγιά, ν’ ἀναδείξει καὶ νέους Ἀθανασίους Διάκους, καὶ τοὺς ὑπόλοιπους. Τοὺς χρειαζόμαστε!
Καὶ πορευόμαστε, σιγά-σιγά, γιὰ τὸ Θεῖον Πάθος. Κι ἀναβαίνομεν κι ἐμεῖς, μαζὶ μὲ τὸν Χριστὸ καὶ τοὺς Μαθητάς Του, στὰ Ἱεροσόλυμα, στὴν ἁγία Πόλη.
[…] Κι ἀνέβηκε ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς στὸν Σταυρὸ τοῦ μαρτυρίου. Ἀνάμεσα οὐρανοῦ καὶ γῆς. Κι ἐκεῖ ἐπόνεσε, ὅσο κανεὶς ἄλλος. Καὶ ἔκλαυσε. Καὶ ἀπέθανε. Καὶ μετὰ ἀπ’ αὐτόν, περισσότερο ἀπ’ ὅλους πόνεσε ἡ Παναγιά, ἡ Ὁποία, ἐκείνη τὴ στιγμή, ἐβάσταξε τὸν πόνο Ἐκείνου, που βαστάζει τὰ πάντα. Γι’ αὐτό, κι’ ὅταν ἔχομε θλίψη καὶ πόνο ἄφατο, ἂς πηγαίνομε στὸν Γολγοθᾶ. Κι ἂς βλέπομε τὸν Ἐσταυρωμένο, τὴν Παναγιὰ τὴν πονεμένη, τὴν πολυπονεμένη, τὴν ὑπεραλγήσασαν ἐν τῷ Πάθει, ὅπως λέει ὁ ὕμνος, καὶ τοὺς ἁγίους καὶ τὸν Ἀπόστολο Ἰωάννη καὶ τὶς Μυροφόρες, κι ὅποιους ἄλλους ἦταν ἐκεῖ.
Κι ἂν μᾶς ἀδικοῦν, ἂς βλέπομε τὸν Ἐσταυρωμένο, ποὺ ὑπέστη ἄδικο σφαγή. Καὶ μὲ τὸν Σταυρό Του καὶ τὸν θάνατό Του, ἁγίασε καὶ τὸ ἄδικο, ἁγίασε καὶ ὁ πόνος. Καὶ μετὰ ἀπ’ τὸν Χριστό, τὴ Σταύρωση καὶ τὴν Ἀνάσταση, ὅποιος ἀδικεῖται κι ὅποιος πονᾶ, τί κάνει; Ἁγιάζει! Ὅπως ἁγίασε κι ὁ Ἀθανάσιος Διάκος καὶ οἱ μάρτυρες καὶ οἱ ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἡ πολυπονεμένη μάνα του, που ἔγινε Παναγία. Παναγία εἶναι ὑπερθετικὸς βαθμὸς στὰΒυζαντινά. Τὸ πᾶν εἶναι ἀντὶ ὑπερθετικοῦ. Παναγιοτάτη….
*Ἐξεφωνήθη την 24η Απριλίου 2002
Πηγή: ‘Λόγοι γιὰ τοὺς ἥρωες τοῦ 1821’, Ἀρχιμανδρίτης Ἀνανίας Κουστένης, ἐκδ. Κύπρης, Ἀθήνα 2021, σέλ.71-89

 

ΔΙΑΚΟΣ ο Ηρωομάρτυς  - Η ταινία

Δεν υπάρχουν σχόλια: