Κυριακή 8 Φεβρουαρίου 2026

Ό παπα Γιώργης καί οί άγιοι Θεόδωροι

 

Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.
Πρό τού 1940 ένας ξενιτεμένος γιά χρόνια, επέστρεφε στό χωριό του, στήν Άνω Βροντού. Χαρές, γέλια, καλωσορίσματα, κεράσματα, γιά τήν επιστροφή τού νοικοκύρη.
Ένα από τά πρώτα πράγματα πού ρώτησε, ήταν:
-Τί κάνει ό παπά-Γιώργης;
-Α, τού είπαν, στήν Εκκλησία θά είναι, στούς Αγίους Θεοδώρους.
-Έ, πάω νά πάρω τήν ευχή του καί ξαναγυρίζω.
Πηγαίνει στήν Εκκλησία, ό δρόμος τόν οδήγησε από τό πίσω μέρος. Τά παράθυρα ήσαν ανοιχτά. Άκουε τίς ζωηρές ομιλίες. Σκύβει λοι­πόν από ένα παράθυρο λόγω περιέργειας καί βλέπει μέσα στόν Ναό.
Ό παπά-Γιώργης συζητούσε ζωηρά μ’ έναν ωραιότατο νέο, υψηλό, παράξενα ντυμένο, καί τού έλεγε:
-Α, όλα κι όλα! Θα μου κάνης αυτό πού σου ζητώ! Δεν ξέρω τι λογαριασμό έχεις εκεί πέρα, αλλά εμένα θα μου κάνης αυτό πού σου ζήτω!
Άφησε το παράθυρο γεμάτος απορία και πάει από μπροστά, αλλά βρίσκει την πόρτα κλειστή. Χτυπά δυνατά… Τίποτα. Ξαναχτυπά και λέγει:
-Παπα-Γιώργη, ξέρω ότι είσαι μέσα. Άνοιξε μου!
Ησυχία… Ξαναχτυπάει πάλι και του λέει:
-Την ευχή σου θέλω μόνο παπα-Γιώργη, είμαι ο Σιδερης. Μό­λις τώρα, ήρθα από το ταξίδι.
Τίποτα. Τελεία ησυχία… Σπρώχνει την πόρτα, ξανασπρώχνει… δεν άνοιγε. Απογοητευμένος κίνησε να φυγή. Ανεβαίνοντας το ανηφοράκι βλέπει να κατεβαίνη με την μαγγούρα του ο παπα-Γιώργης!
-Βρε, βρε, καλώς τον!!! λέει ο παπα-Γιώργης
Άφωνος ο Σιδέρης.
-Ε, Σιδερή, του λέει. Μη δίνης σημασία σ’ αυτά πού είδες στους Αγίους Θεοδώρους. Δεν πειράζει, παιδάκι μου, φαντασίες σου είναι, φαντασίες σου. Καλώς ώρισες!!! Αυτά τα διηγούντο στη Δράμα.
 
π. Στέφανος Αναγνωστόπουλος.