Δευτέρα 19 Ιανουαρίου 2026

Είπε ο αββάς Μακάριος:«Εάν επιπλήττοντας κάποιον, αισθανθείς μέσα σου να κινείται οργή, ικανοποιείς δικό σου πάθος και δεν σε υποχρεώνει κανείς να χάσεις τον εαυτό σου, για να σώσεις άλλους».

 

Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.
Μην κρίνετε για να μην κριθείτε (Ματθ. 7,1). Αλλά αν είναι αμαρτωλός ο Κύριος θα τον σώσει. Είναι μάλιστα γραμμένο στην Αγία Γραφή: Να προσεύχεστε ο ένας για τον άλλον για να θεραπευθείτε (Ιακ. 5,16)
Έλεγε ο αββάς Παφνούτιος, ο μαθητής του αββά Μακαρίου: «Παρακάλεσα τον πατέρα μου, λέγοντας: «Πες μου κάτι». Κι εκείνος μου είπε: «Μην κάμης κακό σε κανέναν και μην κατακρίνης κανέναν. Αυτά να τηρής και σώζεσαι».
Έλεγε ο Αββάς Πέτρος για τον άγιο Μακάριο :
« Κάποτε πήγε σε έναν αναχωρητή και βλέποντάς τον να υποφέρη, του ζήτησε να του πη τι ήθελε να βάλη στο στόμα του γιατί κανείς δεν ήταν στο κελλί του. Και εκείνος του είπε παστέλλι. Δεν δίστασε τότε ο γενναιόκαρδος να πάη στην Αλεξάνδρεια για να το φέρη στον ταλαίπωρο. Και το θαυμαστό γεγονός δεν έγινε φανερό σε κανέναν ».
Ο αββάς Πέτρος είπε επίσης ότι, καθώς ο αββάς Μακάριος φερόταν με ακακία σε όλους τους αδελφούς, κάποιοι τον ρώτησαν: «Γιατί κάνεις έτσι;» Εκείνος αποκρίθηκε: «Δώδεκα χρόνια υπηρέτησα τον Κύριό μου, για να μου δώσει το χάρισμα αυτό, και όλοι με συμβουλεύετε να το αποβάλω;»
Ενώ ο Αββάς Μακάριος πήγαινε κάποτε από το έλος στο κελλί του, φορτωμένος φοινικοβλαστούς, τον συνάντησε ο διάβολος στον δρόμο, με δρεπάνι. Και καθώς θέλησε να τον χτυπήση, δεν μπόρεσε. Και του λέγει : « Πολλή αντίσταση βρίσκω σε σένα, Μακάριε, μη μπορώντας να σου κάμω κακό. Και όμως, ότι κάνεις το κάνω και εγώ. Συ νηστεύεις ; Και εγώ δεν τρώγω καθόλου. Αγρυπνείς ; Και εγώ δεν κοιμάμαι καθόλου. Ένα μονάχα έχεις και με νικάς ». Τον ρωτά ο Αββάς Μακάριος : « Ποιό είναι αυτό ; ». Και εκείνος αποκρίνεται : « Η ταπείνωσή σου. Αυτή με εξουδετερώνει ».
Ο Αββάς Μακάριος ο μέγας έλεγε στους αδελφούς, στη Σκήτη, όταν απέλυε τη σύναξη: « Φεύγετε, αδελφοί ». Και του είπε ένας από τους γέροντες : « Που έχουμε να φύγουμε πιο πολύ από την έρημο αυτή ; ». Εκείνος δε έθετε το δάχτυλό του στο στόμα, λέγοντας : « Αυτό να φεύγετε ». Και έμπαινε στο κελλί του και έκλεινε τη θύρα και καθόταν.
Ρώτησαν κάποιοι τον Αββά Μακάριο, λέγοντας : « Πώς πρέπει να προσευχώμαστε ; ». Τους λέγει ο γέρων : « Δεν χρειάζονται περιττά λόγια, αλλά να απλώνετε τα χέρια και να λέτε : Κύριε, όπως θέλεις και όπως γνωρίζεις, ελέησέ με. Και αν έρχεται πειρασμός : Κύριε, βοήθησέ με. Εκείνος γνωρίζει τι είναι για καλό μας και μας ελεεί ».
Τον παρακάλεσε ο Αββάς Ποιμήν με πολλά δάκρυα, λέγοντας: « Πες μου κάτι, πώς να σωθώ ». Του αποκρίθηκε δε ο γέρων και είπε : « Αυτό όπου ζητάς, έφυγε τώρα από τους μοναχούς ».
Έλεγαν για τον αββά Μακάριο τον μεγάλο ότι έγινε, καθώς είναι γραμμένο, Θεός επίγειος. Γιατί, καθώς ο Θεός σκεπάζει τον κόσμο, έτσι και ο αββάς Μακάριος σκέπαζε τα ελαττώματα, οπού έβλεπε σαν να μη τα έβλεπε, και τα άκουε σαν να μη τα άκουε.
Είπε ο Αββάς Μακάριος : « Περπατώντας κάποτε στην έρημο, βρήκα παραπεταμένο στο έδαφος ένα κρανίο νεκρού. Και κουνώντας το με το βάγινο ραβδί, μου μίλησε το κρανίο. Και του λέγω : Συ ποιος είσαι ; Μου αποκρίθηκε το κρανίο : Εγώ ήμουν ιερεύς των ειδώλων και των εθνικών όπου είχαν απομείνει σ’ αυτόν τον τόπο. Και συ είσαι ο Μακάριος, όπου έχεις το Άγιο Πνεύμα μέσα σου. Όταν σπλαχνισθής όσους είναι στην κόλαση και προσευχηθής γι’ αυτούς, βρίσκουν κάποια παρηγοριά. Του λέγω : Ποια είναι η παρηγοριά και ποια η κόλαση ; Μου αποκρίνεται: Όσο απέχει ο ουρανός από τη γη, τόση είναι η φωτιά κάτω από μας, στεκόμαστε δε από τα πόδια έως το κεφάλι μέσα στη φωτιά. Και δεν μπορούμε να κοιτάξουμε κάποιον πρόσωπο με πρόσωπο. Αλλά η ράχη του ενός είναι κολλημένη στη ράχη του άλλου. Όταν λοιπόν προσεύχεσαι για μας, βλέπει κάπως ο ένας το πρόσωπο του άλλου. Αυτή είναι η παρηγοριά. Και έκλαψα τότε και είπα: Αλλοίμονο στη μέρα όπου γεννιέται ο άνθρωπος. Του λέγω έπειτα: Είναι άλλο χειρότερο βάσανο; Μου λέγει το κρανίο: Μεγαλύτερο βάσανο είναι από κάτω μας. Του λέγω: Και ποιοι είναι εκεί; Μου αποκρίνεται το κρανίο: Εμείς, επειδή δεν γνωρίζαμε τον Θεό, βρίσκουμε κάποιο έλεος. Όσοι όμως τον γνώρισαν και τον αρνήθηκαν και δεν έπραξαν το θέλημά του, από κάτω μας είναι. Πήρα τότε το κρανίο και το έθαψα».
Έλεγαν για τον Αββά Μακάριο τον Αιγύπτιο, ότι ανέβαινε κάποτε από τη Σκήτη στο όρος της Νιτρίας. Και σαν πλησίασε στον τόπο, είπε στον μαθητή του: «Προχώρα λιγάκι». Και ενώ εκείνος προχωρούσε, συναντά έναν ιερέα των ειδωλολατρών. Και Του φώναξε δυνατά ο αδελφός: «Ε, δαίμονα, που τρέχεις;». Γυρίζει τότε εκείνος, τον χτυπά και τον αφήνει μισοπεθαμένο. Και σηκώνοντας το ξύλο, έτρεχε. Σαν προχώρησε δε λίγο, τον συναντά ο Αββάς Μακάριος καθώς έτρεχε. Και Του λέγει: «Είθε να σωθής, είθε να σωθής, ταλαίπωρε». Θαυμάζοντας δε, ήλθε κατά το μέρος του και είπε: «Τι καλό είδες σ’ εμένα και μου μίλησες;». Του λέγει ο γέρων: «Το έκαμα γιατί σε είδα κουρασμένο. Και δεν γνωρίζεις ότι μάταια κοπιάζεις». Του λέγει και εκείνος: «Και εγώ, από τον χαιρετισμό σου, έννοιωσα κέντημα στην καρδιά. Και κατάλαβα ότι είσαι άνθρωπος του Θεού. Ενώ ένας άλλος κακός μοναχός, όπου με συνάντησε, με έβρισε. Και εγώ, τότε, τον χτύπησα, αφήνοντάς τον μισοπεθαμένο». Και κατάλαβε ο γέρων ότι ήταν ο μαθητής του. Και αγκαλιάζοντας τα πόδια του ο ιερεύς, έλεγε: «Δεν σε αφήνω, αν δεν με κάμης μοναχό». Και πήγαν παρά πάνω, όπου ήταν ο μονάχος και τον υποβάσταξαν και τον έφεραν στην εκκλησία του όρους. Και βλέποντας τον Ιερέα μαζί του, δοκίμασαν έκπληξη. Και τον έκαμαν μοναχό. Και πολλοί από τους ειδωλολάτρες έγιναν εξ αιτίας του χριστιανοί. Έλεγε λοιπόν ο Αββάς Μακάριος: «Ο λόγος ο κακός και τους καλούς τους κάνει κακούς. Ενώ ο λόγος ο καλός και τους κακούς τους κάνει καλούς».
Από το ΓΕΡΟΝΤΙΚΟΝ