«Δεν ξέρω να το εξηγήσω, αλλά έχω την εντύπωση ότι ένας άνθρωπος που πίνει το κρασί του με λίγη ντομάτα και μερικές ελιές, καθισμένος σ’ ένα τραπέζι κάτω από τα πλατάνια ή αντίκρυ στη θάλασσα, βρίσκεται πιο κοντά στον θεό -και άρα στον εαυτό του- από κείνον που τρώει αστακό παραγεμισμένο με τυρί μέσα σ’ ένα γυάλινο σφραγισμένο κτίριο, με τη δροσιά του αιρκοντίσιον»
... λόγια ποὺ πιὰ ὁ κόσμος
ΑπάντησηΔιαγραφήτὰ θεωρεῖ, σὰν μιὰ...
ψιλή κουβέντα,
ἔτσι... γιὰ τὸ ϕολκλόρ τοῦ πράγματος...
καλά γιὰ μιά διαϕήμιση
τοῦ ΕΟΤ
ἤ γιὰ... κανά κρασσάκι...
κάποιο νόστιμο ταβερνάκι...
(μὲ περιτύλιγμα ἀκριβό
καὶ τιμές τσουχτερές...)
καὶ ἡ μετάλλαξή μας
σὲ ν ε ο-έλληνα
νὰ ὁλοκληρώνεται
(καὶ κάθε ἐλπῖδα πιὰ
γιὰ σωτηρία ἀπὸ ἀνθρώπους,
ἐτοιμη νὰ δεχτεῖ
τὸ χτύπημα
τὸ ἀποτελειωτικό...!)