
Ο "μπάλλος" είναι νησιωτικός χορός που χορεύεται από ζευγάρι (άνδρα και γυναίκα) αντικριστά: «και στην ψιλή την άμμο θα σε χορεύω ~» (τραγ.).
Πρόκειται για τις λέξεις "μπαλάντα, "μπαλαντέζα, "μπαλαντέρ, "μπαλλέτο, "μπαλλαρίνα", "μπάλλος"
► μπαλάντα: < προβηγκ. "balada" < "balar" «χορεύω»
► μπαλαντέζα < γαλλ. "baladeuse, θηλ. τού "baladeur" «περιφερόμενος»
► μπαλαντέρ < γαλλ. "baladeur" «περιφερόμενος» < ρ. (se) "balader" «περιφέρομαι» < "balade" «περίπατος»
► μπαλλαρίνα < ιταλικό "ballerina" < "ballare" «χορεύω» < μτγν. λατ. ballare
► μπαλλέτο < ιταλ. "balletto" , υποκ. τού "ballo" «χορός» < ρ. "ballare" «χορεύω»
► μπάλλος < ιταλ. "ballo" «χορός» < λατ. "ballāre" «χορεύω»
ΣΗΜ οι λέξεις "μπάλλος" , "μπαλλέτο" , "μπαλλαρίνα" κανονικά γράφονται με δυο "λ" , γιατί οι αντίστοιχες ξένες λέξεις (τα ιταλικά "ballerina, "balletto, "ballo" αντίστοιχα) έχουν δύο "l".
... καὶ νὰ λοιπόν ποὺ ὡς ϕαίνεται,
ΑπάντησηΔιαγραφήχορεύουμε...
τὰ... "ἐν χορῶ"
εἶτε τὰ ὀρχούμενα... εἶτε τ' ἀδώμενα... κττοιαῦτα...