Η αρχαία λέξη "θεράπων" (από την οποία η λέξη "θεραπεύω") είναι αρχαιότατη, πιθ. ήδη μυκηναϊκή (αν κρίνουμε από τον τύπο te-ra-po-si: θεράποσι, δοτ. πληθ.).
Σήμαινε αρχικά «αυτός που υπηρετεί κάποιον». Στον Όμηρο ήταν ο πιστός ακόλουθος του πολεμιστή: ο ηνίοχος και ο οπλοφόρος που τον βοηθούσε να φορέσει την πανοπλία του. Ακόμη και ο συμπολεμιστής ευγενής, που όμως ήταν κατώτερος στην ιεραρχία.
Αργότερα όμως, η έννοια της υπηρεσίας εξελίχθηκε σε έννοια φροντίδας — πρώτα προς έναν θεό ή τιμώμενο πρόσωπο και κατόπιν (ήδη από τον Ιπποκράτη) προς τον ασθενή. (H χρήση τής λέξης στη φρ. "θεράπων γιατρός / ιατρός" είναι νεότερη, πιθανόν σημασιολογικό δάνειο από το ιταλ. medico curante). Τελικά, στη λέξη θεραπεύω αυτή η ιατρική σημασία επικράτησε, και όχι το «υπηρετώ»).

Έτσι, η ίδια λέξη δήλωσε δύο φαινομενικά διαφορετικές ιδιότητες:
____________
Αυτή η διπλή σημασία της λέξης αξιοποιείται θαυμάσια σε ύμνους της εκκλησίας, όπως το παρακάτω απολυτίκιο του αγίου Νεκταρίου
ὡς ἔνθεον θ ε ρ ά π ο ν τ α Χριστοῦ·
ἀναβλύζει γὰρ ἰάσεις παντοδαπὰς
τοῖς εὐλαβῶς κραυγάζουσι ....».
«Θεράπων του Χριστού» (υπηρέτης), αλλά και «θεράπων των ανθρώπων» (θεραπευτής) ...
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου