ΕΠΗΓΕ ΜΙΑ φορὰ ὁ ῞Οσιος Μακάριος νά κάνη συντροφιά σ' ἕναν ἄρρωστο
Ἐρημίτη. Ρίχνοντας μια ματιά γύρω στο γυμνό κελλάκι του, εἶδε πώς δὲν ὑπῆρχε πουθενά οὔτε ἴχνος φαγητοῦ.
-Τί θὰ ἤθελες να φᾶς, Ἀδελφέ; ἐρώτησε ὁ ῞Οσιος.
Ὁ ἄρρωστος ἐδίστασε ν' ἀπαντήση. Τί νὰ ζητοῦσε τάχα, ἀφοῦ δὲν ὑπῆρχε τίποτε σ᾽ ἐκείνη τὴν ἐρημιά;
Τέλος, ἐπειδὴ ἐπέμενε νὰ τὸν ἐρωτᾶ ὁ ῞Οσιος, είπε πως εἶχε ἐπιθυμήσει λίγη αλευρόσουπα. Ἀλλά ποῦ νὰ βρεθῆ ἀλεύρι;
Ὁ Ὅσιος Μακάριος, γιὰ ν' ἀναπαύση τὸν ἄρρωστο ἀδελφό του, κατέβηκε στην ᾿Αλεξάνδρεια κάνοντας πενήντα μίλια μέ τά πόδια γιὰ νὰ βρῆ ἀλεύρι...
(50 μίλια = 80,47 χιλιόμετρα περίπου 80,5 χλμ.)
Ἐκδόσεις Βασ. Ῥηγοπούλου
Θεσσαλονίκη 1969.
Έργα του Θεού ανθρώπων αδύνατον να μετρηθούν με ανθρώπινο ζυγό, παρά μόνον με της καρδιάς τον σφυγμό.
ΑπάντησηΔιαγραφή