
Μερικοὶ ἀπὸ τοὺς πιστοὺς τοῦ Κυρίου, ἀκολουθώντας Τον, ὁδηγοῦνται μέχρι τὸ χεῖλος τῆς ἀβύσσου, ποὺ ἀπροσδόκητα ἀνοίγεται μπροστά τους, χωρὶς δυνατότητα ὀπισθοχώρησης. …
Ἄβυσσος σημαίνει τὸ βαθὺ βάραθρο τῆς ἄγνοιας, τὴν ἄκρα ἔνταση τῆς ἀπόγνωσης τῶν καταδικασμένων σὲ θάνατο, τὴν ἐξουσία τοῦ σκότους τοῦ αἰῶνα τούτου πάνω μας. Γιὰ τὴν πτήση πάνω ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἄβυσσο ἔχουμε χρεία τῆς δύναμης τῆς εὐλογημένης ἀπόγνωσης· ἡ ἐνέργεια τῆς χάρης μέσα μας παίρνει μορφὴ «ἀποφασιστικότητας». Τὸ Φῶς διαφαίνεται μακριά. Ἐλκυόμενοι πρὸς αὐτὸ ἀπὸ μιὰ μυστηριώδη δύναμη, ἀποφασίζουμε νὰ ριχτοῦμε στὸ ἄγνωστο, ἐπικαλούμενοι τὸ Ἅγιο Ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, τοῦ Θεοῦ Σωτῆρος. Καὶ τί συμβαίνει τότε; Ἀντὶ νὰ συντριβεῖ τὸ κεφάλι μας πάνω στοὺς κρυμμένους μέσα στὸν γνόφο ὑφάλους, κάποια ἀόρατη χείρα ἐμφανίζεται, κρατώντας μας στοργικὰ πάνω ἀπὸ τὴν ἄβυσσο.