Παρασκευή 1 Μαΐου 2026

Ο Κωστάκης με το στεφάνι — Βουρλά, Μάιος 1922

Μπορεί να είναι εικαστικό 
Τέσσερις μήνες πριν την έξοδο
Πρωτομαγιά. Στα Βουρλά μύριζε γιασεμί και ψημένο ψωμί.
Ο Κωστάκης ξύπνησε πριν λαλήσει ο πετεινός. Η μάνα του, η Κυρά-Δέσποινα, έπλεκε ήδη το στεφάνι στην αυλή. Τα δάχτυλά της χόρευαν ανάμεσα στα λουλούδια.
«Κωστάκη, φέρε τα ζαμπάκια από το περιβόλι. Τα πιο λαμπρά».
Έτρεξε ξυπόλητος. Η δροσιά του Μάη τσίμπαγε τα πόδια του. Έκοψε τρία ζαμπάκια — λευκά σαν γάλα, με κίτρινη καρδιά. Τα έφερε τρέχοντας.
«Και χαμομήλια, γιε μου. Τα φτωχά, τα ταπεινά».
Η μάνα του ήξερε. Έπλεκε πάντα ζαμπάκια με χαμομήλια. «Τ' άλλα απ' αγάπη χρυσή, από έλεος τ' άλλα», του έλεγε. Ο Κωστάκης δεν καταλάβαινε τι σήμαινε. Ήταν δέκα χρονών. Καταλάβαινε μόνο ότι το στεφάνι μύριζε παράδεισο.
Το φόρεσε στο κεφάλι. Βγήκε στο σοκάκι. Τα Βουρλά γιόρταζαν.
Ασβεστωμένα σπίτια κατάλευκα. Μπλε πόρτες ορθάνοιχτες. Σε κάθε πόρτα κι από ένα στεφάνι. «Στου σπιτιού μας την πόρτα θ' ανθεί κρεμαστό ως την άλλη χρονιά». Πίστευαν όλοι πως θα ήταν εκεί και την άλλη χρονιά.
Ο Κωστάκης περπάτησε μέχρι την πλατεία. Οι συμμαθητές του, όλοι με στεφάνια. Ο Μανώλης, η Σμαρώ, ο Γιωργάκης. Έπαιζαν κυνηγητό, τα στεφάνια γέρναν στο κεφάλι. Γέλια, φωνές, αηδόνια.
«Κωστάκη, στάσου να σε βγάλω φωτογραφία», φώναξε ο δάσκαλος, ο κύριος Λεωνίδας. Είχε μια μηχανή από την Αθήνα.
Στάθηκε μπροστά στο σπίτι του. Πίσω του η μπλε πόρτα, η κληματαριά, η γάτα η Ψιψίνα. Ίσιωσε το στεφάνι. Χαμογέλασε.
Δεν ήξερε. Πως αυτή η φωτογραφία θα ήταν η τελευταία. Πως το στεφάνι θα ξεραθεί σε τέσσερις μήνες. Πως η μπλε πόρτα θα γίνει κάρβουνο. Πως η μάνα του θα πλέξει άλλο στεφάνι — όχι από λουλούδια, αλλά από δάκρυα, στον δρόμο για το Σκαλοχώρι.
Δεν ήξερε πως τα κλειδιά του σπιτιού θα κρέμονται στον λαιμό της μάνας του μέχρι να πεθάνει. Πως η Ψιψίνα θα μείνει πίσω. Πως ο κύριος Λεωνίδας θα σώσει από το Γυμνάσιο μόνο δύο βιβλία: τον Όμηρο και τον Σολωμό.
Ήξερε μόνο τον Μάη. Τον Μάη που «προβάλλει στη γη με ρόδα, με κρίνα». Ήξερε τη μυρωδιά του ζαμπακιού. Το χέρι της μάνας του στο κεφάλι του. Το γέλιο του Γιωργάκη.
Μάιος 1922. Τα Βουρλά ήταν καμάρι. Τα παιδιά φορούσαν στεφάνια. Οι μάνες πίστευαν στην άλλη χρονιά.
Σεπτέμβρης 1922. Τα στεφάνια ξεράθηκαν. Οι μάνες φόρεσαν μαύρα. Τα παιδιά περπάτησαν ξυπόλητα στη σκόνη.
Αλλά εκείνη τη μέρα, την Πρωτομαγιά, ο Κωστάκης ήταν μόνο ένα παιδί με στεφάνι. Και τα Βουρλά ήταν μόνο φως.
Τη φωτογραφία την έβγαλε ο κύριος Λεωνίδας. Την έσωσε η Κυρά-Δέσποινα. Την κράτησε ο Κωστάκης μέχρι τα 63 του. Πίσω έγραφε με μολύβι: «Βουρλά, Μάης 1922. Να μη ξεχάσω».
Δεν ξέχασε ποτέ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου