Τετάρτη 22 Απριλίου 2026

Η «καλόγρια» χωρίς ράσο που περπατούσε χιλιόμετρα για τον Ταξιάρχη Μανταμάδου

ΜΙΑ «ΚΑΛΟΓΡΙΑ» ΠΟΥ ΜΟΝΑΣΕ ΕΚΤΟΣ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΟΥ

Γράφει η ΜΠΡΙΜΠΟΥ-ΣΤΑΥΡΑΚΗ Ι. ΕΥΣΤΡΑΤΙΑ

Δεν συνηθίζω να μιλώ για δικούς μου ανθρώπους. Στην περίπτωση, όμως, της κυρά-Μυρσίνης από την Αγιάσο, αξίζει να γίνει μια εξαίρεση.

Η «Μυρσινέλ’», όπως την ήξεραν στο χωριό, δεν απέκτησε ποτέ δική της οικογένεια. Από νεαρή ηλικία αφιέρωσε τη ζωή της στην πίστη και στην προσφορά. Γυρνούσε εκκλησίες και εξωκλήσια σε όλη τη Λέσβο, πάντα με τα πόδια. Στην Παναγία της Αγιάσου τη θυμούνται να σβήνει κεριά, ιδιαίτερα τον Δεκαπενταύγουστο, μέσα στο πλήθος του πανηγυριού.

Το ίδιο μοτίβο επαναλαμβανόταν και στον Ταξιάρχη Μανταμάδου. Από την Αγιάσο ξεκινούσε πεζή, διασχίζοντας χωράφια και διαδρομές δύσβατες, κουβαλώντας στην πλάτη της έναν μεγάλο ντενεκέ με λάδι και δεμάτια με ξύλα για το κισκέτς του πανηγυριού. Το λάδι το συγκέντρωνε από τους χωριανούς. Η ίδια έλεγε πως το φορτίο της ήταν «ελαφρύ σαν πούπουλο», γιατί το σήκωνε ο Αρχάγγελος.

Δεν ήταν μια διαδρομή του χρόνου. Ήταν μια διαδρομή ζωής. Πήγαινε ξανά και ξανά, όχι μόνο στη γιορτή, αλλά όποτε ένιωθε την ανάγκη. Και δεν σταματούσε εκεί. Περπατούσε μέχρι τον Άγιο Θυμιανό στη Θερμή, στους Αγίους Ακινδύνους στα Μιστεγνά, ακόμη και στον Άγιο Ανδρέα στην Ερεσό, διανύοντας αποστάσεις ημερών.

Τα τελευταία χρόνια, η υγεία της είχε αρχίσει να τη δυσκολεύει. Η όραση και η ακοή της είχαν μειωθεί αισθητά. Παρ’ όλα αυτά, δεν εγκατέλειψε ποτέ τη συνήθειά της. Συνέχιζε να περπατά, να προσφέρει, να επιμένει.

Κάποια στιγμή, όπως η ίδια διηγιόταν, είδε στον ύπνο της έναν «Μιχάλη», που την προειδοποίησε: αν συνέχιζε να εκτίθεται σε κίνδυνο, δεν θα είχε βοήθεια. Την «μάλωσε» γιατί δεν έπαιρνε το λεωφορείο, επιμένοντας πως είχε πια γεράσει. Σε άλλο όνειρο, μια γυναίκα με μαντήλι της είπε πως δεν θα μείνει κατάκοιτη, αλλά θα «φύγει όρθια».

Η ίδια τα διηγούνταν αυτά με ένα χαμόγελο. Δεν τα φοβόταν. Τα αντιμετώπιζε σχεδόν με παιδική απλότητα.

Στην καθημερινότητά της ήταν εξίσου δοτική. Ό,τι είχε το μοίραζε. Αν της έδιναν δύο ψωμιά, το ένα το έδινε αμέσως αλλού. Ζούσε λιτά, σχεδόν ασκητικά, χωρίς να το επιδιώκει ως τίτλο, αλλά ως τρόπο ζωής.

Για όσους τη γνώρισαν, η εικόνα της παραμένει ζωντανή: σκυμμένη πάνω από τα κεριά, σιωπηλή, ακούραστη, να υπηρετεί χωρίς να ζητά τίποτα.

Το τέλος της ήταν βίαιο και άδοξο. Σκοτώθηκε στις 30 Αυγούστου 2010. Όμως, όσοι τη θυμούνται, στέκονται όχι στον τρόπο που έφυγε, αλλά στον τρόπο που έζησε.

Ο πατέρας μου τη φώναζε χαριτολογώντας «καλόγρια». Και ίσως αυτή να είναι η πιο ακριβής περιγραφή: μια καλόγρια χωρίς ράσο, χωρίς μοναστήρι. Μια γυναίκα που μόνασε μέσα στον κόσμο.

Αιωνία της η μνήμη

πηγή 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου