Πέμπτη 9 Ιουλίου 2026

Ο γουοκισμένος αμερικανισμός και η «ακρόαση» της σιωπής

 Μπορεί να είναι εικαστικό

Του Γιώργου Κουτσαντώνη
Ο γουοκισμένος αμερικανισμός, προκειμένου να δώσει φιλί ζωής στον επαγγελματικό και μοδάτο ακτιβισμό - που μαζί με την λαθρομετανάστευση συντηρούν πολιτικά και οικονομικά το παντού ξεπεσμένο και πολιτισμικά ασύδοτο/ανεύθυνο δίπολο φιλελευθέρων/αριστερών - αλλά και στην βιομηχανία του μεταμοντέρνου/woke θεάματος, παραχαράσσει συστηματικά τους προγονικούς μύθους, τις Παραδόσεις και την ιστορία του δυτικού πολιτισμού. Όπως ήταν αναμενόμενο, αυτή η παραχάραξη αφορά καί την ελληνική αρχαιότητα.
Ο αφυπνισμένος μεταμοντερνισμός ανακατεύει αυθαίρετα τις φυλές και τους πολιτισμούς, φτάνει στο σημείο να μετατρέψει το κακό σε καλό – κάτι που είδαμε λ.χ. με το άγαλμα «Μέδουσα» του Garbati στο Μανχάταν της Νέας Υόρκης: εκεί η φεμινισμένη Μέδουσσα έγινε η καλή της υπόθεσης και όχι το σταθερά και διαχρονικά αρχαίο τέρας. Όλο αυτό το άτεχνο, ασυνάρτητο και αποδομητικό αλαλούμ, σήμερα ονομάζεται «τέχνη», «πρωτοπορία» και «ελευθερία έκφρασης». Στην πραγματικότητα εξυπηρετείται η δημιουργική στειρότητα, το έλλειμμα οράματος και έμπνευσης, η αρρωστημένη ανάγκη για πρόκληση/προσβολή της μεγάλης Παράδοσης και φυσικά ο ναρκισσισμός των σύγχρονων δημιουργών. Δημιουργών που, γνωρίζοντας ότι δεν μπορούν να αναμετρηθούν (πραγματικά) με τους τεράστιους κλασικούς, προσπαθούν, είτε να τους αποδομήσουν/μειώσουν, είτε να εκφυλίσουν το έργο τους με σύγχρονες διασκευές, οι οποίες συχνά προκαλούν αποστροφή σε κάθε στοιχειωδώς πολιτισμένο και διαβασμένο άνθρωπο. Έτσι ικανοποιούνται κάποια από τα κατώτερα ένστικτα των οπαδών/θεατών τους, αυτά της φυλετικής ζηλοφθονίας, του ταξικού μίσους και της αντεκδίκησης των (αξιωματικά) ευάλωτων και ιστορικά ζημιωμένων από τον κακό «πολιτισμό των λευκών».
Το μεταμοντέρνο κοινό, συχνά με ψευδαίσθηση διανοητικής ανωτερότητας, αισθάνεται ανοιχτόμυαλο και προοδευτικό διότι νομίζει ότι με όλο αυτό το αυθαίρετο ανακάτεμα αποδίδεται κάποια δικαιοσύνη ή αλλιώς παίρνει τη ρεβάνς του το «δίκαιο», ενώ ταυτόχρονα ανακαλύπτει νέους «κόσμους», στην κόψη του ξυραφιού της πρωτοπορίας. Στην πραγματικότητα χάφτει σαν μικρό παιδάκι κοινοτοπίες τις οποίες εκλαμβάνει ως σπουδαίες ανακαλύψεις και επιτεύγματα. Είναι φαιδρό, αλλά σήμερα αυτός ο γκρίζος χυλός λαμβάνει πολύ χειροκρότημα κυρίως από ανθρώπους χωρίς αυτονομία σκέψης και κριτική ικανότητα.
Δεν είναι καθόλου τυχαία η εμμονή της σύγχρονης (μη) τέχνης, να αναγνωριστούν, σχεδόν αποκλειστικά, τα άσχημα του παρελθόντος. Αυτό δεν εξυπηρετεί μόνο όλα τα παραπάνω, αλλά κάνει επίσης εξαιρετικά δύσκολο τον εντοπισμό και την κριτική των πολλών κακώς κειμένων της σύγχρονης εποχής. Καλύπτει με ένα προοδευτικό πέπλο (θετικότητας) την παρακμή του σύγχρονου δυτικού πολιτισμού. Αυτή η μεταμοντέρνα/προοδευτική οπτική των πραγμάτων, που βλέπει γραμμικά και με περιφρόνηση κάθε παρελθόν ως κατώτερο, είναι ένα είδος ιδεολογικής ύπνωσης ανθρώπων που «αφυπνίζονται» - επιλεκτικά και μηχανιστικά - μόνον όταν αισθάνονται την ανάγκη να καταραστούν όλα όσα έχουν ήδη συμβεί: την πατριαρχία, την αποικιοκρατία, τον συντηρητισμό, τον εθνικισμό…πάντα και μόνον των λευκών ασφαλώς.
Όμως, αν το σκεφτούμε, η διαγραφή της ιστορίας και η παραχάραξη των προγονικών μύθων και Παραδόσεων δεν ωφελεί κανένα. Αντιθέτως, η σοβαρή, ανοιχτή και σφαιρική προσέγγιση της ιστορίας θα βοηθούσε το νου να ξεφύγει από τους ακτιβιστικούς μικρόκοσμους, ώστε να γίνει κατανοητό ότι κάθε πολιτισμός έχει χτιστεί με πολύ αίμα, φωτιά, δικαιοσύνη αλλά και αδικία· η ιστορία, σε κάθε γωνιά του πλανήτη- μαζί με τις όμορφες και δημιουργικές στιγμές – έχει πάρα πολλές μαύρες πτυχές, θηριωδίες και αμέτρητες τραγικές ιστορικές φιγούρες. Η κυριότερη και μη πολιτικά ορθή αλήθεια: δεν είναι ίσης αξίας όλοι οι πολιτισμοί, υπάρχουν ανώτεροι και κατώτεροι και αυτό μπορεί να αξιολογηθεί με απολύτως αντικειμενικά (ανθρωποκεντρικά) κριτήρια, αρκεί το μυαλό να μην έχει γίνει μεταμοντέρνος χυλός – θύμα της προπαγάνδας και της άλογης σχετικοποίησης των πάντων.
Σε κάθε περίπτωση, στον 21ο αιώνα το πεδίο της μάχης των ιδεών δεν είναι πλέον μεταξύ φιλοσοφικών αντιλήψεων, μεγάλων οραμάτων και κοσμοθεωρήσεων, αλλά μεταξύ διευθυντών ειδησεογραφικών προγραμμάτων, οικονομικοπολιτικών ελίτ, τεχνολογικών κολοσσών και κινηματογραφικών παραγωγών.
Την ίδια στιγμή, στον αντίποδα, σε σύγχρονους εκδοτικούς οίκους, συμπεριλαμβάνονται οι γνωστοί ως «Επιμελητές Ευαισθησίας» (Sensitivity Readers) γιατί έτσι πιστεύεται ότι θα προστατευτεί: ο άνθρωπος από τις κακές λέξεις και ο εκδοτικός οίκος από τις χαμηλές πωλήσεις. Εδώ η λογοκρισία, που κάποτε είχε απορριφθεί επίσημα και πολεμήθηκε γενναία, έχει αλλάξει ένδυμα και επανεμφανίζεται με το πρόσχημα ενός ασφυκτικού πνευματικού κομφορμισμού που προσποιείται ότι είναι αντισυμβατικός, προκλητικός και οδηγεί στη υπέρβαση, ενώ στην πραγματικότητα προσκολλάται περισσότερο από ποτέ στο status quo, κάνοντάς το αδιαπέραστο από κάθε πραγματική καινοτομία, σκέψης και πράξης. Με όχημα έναν επιφανειακό ηθικισμό και με υποκριτικό ανθρωπισμό, καλλιεργείται η αγανάκτηση της στιγμής και στη συνέχεια η εύκολη εκτόνωση και η συναίνεση με το «μονομπλόκ» της παρακμής.
Το παρελθόν και η μεγάλη Παράδοση ενοχλούν πολύ, γιατί γκρεμίζουν τον τοίχο της ψευδαίσθησης και αφήνουν εκτεθειμένες στην αλήθεια τις συνειδήσεις πολλών λεπτεπίλεπτων ψυχών και ακαλλιέργητων μυαλών. Ζούμε μια φαιδρή και ιδιότυπη συνύπαρξη που καταλήγει να υπηρετεί το μηδενισμό: από τη μια ένας ασφυκτικός πνευματικός κομφορμισμός και από την άλλη η απόλυτη και εντελώς αυθαίρετη ελευθερία έκφρασης που βάζει τα πάντα στο μπλέντερ, ενώ απαγορεύει κάθε απαγόρευση. Όλα θεωρούνται φιλοσοφία, τέχνη, πολιτισμός και είναι πρακτικά αδύνατο να διακρίνεις τις φωνές που θα άξιζε πραγματικά να ακούσεις με αποτέλεσμα η «ακρόαση» της σιωπής να γίνεται πιο ανακουφιστική από ποτέ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου