
Ο Αέρας θύμωσε,
Με τον Ήλιο μάλωσε.
Ο αέρας έλεγε:
«Είμαι δυνατότερος!»
Και ο Ήλιος έλεγε:
«Σε περνώ στη δύναμη!»
Ένας γέρος άνθρωπος
Με τη μαύρη κάπα του
στο χωράφι πήγαινε.
Ο Αέρας λάλησε:
«Όποιος έχει δύναμη
παίρνει από το γέροντα
τη χονδρή την κάπα του!»
Φύσηξε, ξεφύσηξε,
Έσκασε στο φύσημα,
Άδικος ο κόπος του.
Κρύωσε ο γέροντας
Και διπλά τυλίχτηκε
στη χονδρή την κάπα του.
Και ο Ήλιος λάλησε:
«Όποιος έχει δύναμη
παίρνει από το γέροντα
τη χονδρή την κάπα του!»
Έφεξεν ολόλαμπρος,
Καλοσύνη σκόρπισεν,
Έβγαλεν ο γέροντας
Τη χονδρή την κάπα του!»
Πάλι ξαναλάλησε:
«Άκουσε και μάθε το,
Σε περνώ στη δύναμη,
Γιατί πας με το κακό
Κι εγώ πάω με το καλό!»
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου